«Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης» Η Συμβίωση ως αμοιβαία χρήση

16 03 2008

Tου Xρηστου Γιανναρα

Ας μου επιτραπεί να εκφέρω γνώμη (όχι αρτιωμένη άποψη) για το «Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης» που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να καταθέσει στη Βουλή.

Δυσκολεύομαι να κατανοήσω τις αντιδράσεις ανθρώπων που νομίζουν ότι εκφράζουν την Εκκλησία αρνούμενοι εκ προοιμίου ένα τέτοιου είδους νομοθέτημα της πολιτείας. Μοιάζει να βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου, νομίζοντας ότι η σημερινή ελλαδική κοινωνία, στο σύνολό της, είναι και «πλήρωμα» της Εκκλησίας, επομένως το εκκλησιαστικό Μυστήριο του Γάμου μπορεί να λειτουργεί και ως νομικός θεσμός της πολιτείας για τη ρύθμιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ανδρόγυνης συμβίωσης.

Βέβαια, το «Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης, θέλει να είναι κάτι διαφορετικό ακόμα και από τον θεσμό του Πολιτικού Γάμου: να μειώσει στο ελάχιστο δυνατό την ανάληψη ευθύνης που συνεπάγεται οποιουδήποτε είδους διαπροσωπική σχέση, να κατοχυρώσει τη συμβίωση μόνο ως γυμνή σύμβαση. Σε αυτό το επίπεδο θα μπορούσε ο πολίτης, άσχετα με τη μετοχή του ή όχι στην Εκκλησία, να έχει αντιρρήσεις σοβαρές. Βέβαια, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι το νομοθέτημα υπακούει στη λογική του καθολικού σήμερα «τρόπου του βίου», δηλαδή του κυρίαρχου μοντέλου «πολιτισμού»: του φυσιοκρατικού ατομοκεντρισμού που διαμορφώνει και την παραμικρή πτυχή της οργανωμένης συλλογικότητας.

Το κυρίως θλιβερό είναι ότι η πολιτεία στην Ελλάδα σήμερα (αν κρίνει κανείς από τα κείμενα των «θεωρητικών» που εκφράζουν την εξουσία, όποιο κόμμα και αν τη διαχειρίζεται) αναλαμβάνει σε κοινωνικά θέματα νομοθετικές πρωτοβουλίες που δεν μοιάζει να απηχούν ρεαλιστικές συλλογικές ανάγκες. Μάλλον πιθηκίζουν ό,τι «μοδέρνο» και «προοδευτικό» λιμπίζεται η επαρχιωτίλα των καφενείων του Κολωνακίου. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η προκλητική αδιαφορία που χαρακτηρίζει τα κείμενα των «θεωρητικών» της «προόδου» για τη γνησιότητα ή την αλλοτρίωση της ανθρώπινης ύπαρξης σε συνθήκες άκριτου μιμητισμού.

Στον φυσικό θεσμό του γάμου, που οι απαρχές του χάνονται στα βάθη της Προϊστορίας, το τελετουργικό τυπικό, οποιοδήποτε, δηλώνει μπροστά στην κοινότητα την ανάληψη από το ζευγάρι μιας αμοιβαίας ευθύνης, η οποία ιδρύει και υπηρετεί τη σχέση: Θέλω να μοιραστώ τη ζωή με τον συγκεκριμένο «άλλον», δέχομαι δημόσια την ευθύνη και τη διακινδύνευση της σχέσης. Διότι, σχέση δεν είναι η παράλληλη και ασύμπτωτη συνύπαρξη δύο θωρακισμένων εγωισμών, δεν είναι η δυαδική μοναξιά. Η σχέση είναι εκούσιο άθλημα ελεύθερης αντίστασης στον ατομοκεντρισμό, στις ενστικτώδεις ορμές της αυτοσυντήρησης, της επιβολής της κυριαρχίας. Μοιράζονται τη θέλησή τους οι άνθρωποι στη σχέση, διαφορετικά αλλοτριώνουν τη σχέση σε εξάρτηση, υποταγή, εκμετάλλευση του ενός από τον άλλον.

Ενα νομικό πλαίσιο μπορεί να συμβάλλει στην προστασία από την αλλοτρίωση, αλλά η σύμβαση δεν μπορεί ποτέ να υποκαταστήσει το άθλημα της σχέσης, να αποκλείσει τη στεγασμένη μοναξιά, τη δραματική ακοινωνησία. Ειδικά, πάντως, το «Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης» αλλοτριώνει εξ ορισμού τη διαπροσωπική σχέση σε συμφωνημένη αμοιβαία χρήση του άλλου. Ακριβώς όπως όριζε τον γάμο ο Καντ: «Αμοιβαία χρήση ιδιοτήτων του άλλου φύλου» (wechselseifigen Besitz ihrer Oeschlechtseigenschaften)! Με τα αντικείμενα χρήσης δεν σχετίζεται, απλώς τα χρησιμοποιεί. Είναι ιδιοκτησία σου (Besitz) νομικά κατοχυρωμένη.

Και εξαρτάται μόνο από τους όρους της σύμβασης να επιλέξει κανείς ετερόφυλο ή ομόφυλο αντικείμενο χρήσης. Το «Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης» είναι ένα «επικοινωνιακό» εύρημα για τη νομιμοποίηση και κατοχύρωση δικαιωμάτων σε περιπτώσεις που η σεξουαλική ιδιαιτερότητα αποκλείεται να παραγάγει σχέση γονεϊκής δημιουργίας και ευθύνης. Η σύμβαση υπερισχύει και των σκοπιμοτήτων της φύσης κατοχυρώνοντας το άτομο, με τις ηδονικές επιλογές του, αποκλειστικά.

Θα θεωρούσα αυτονόητο, όσοι μετέχουν στο εκκλησιαστικό γεγονός να είναι ένθερμοι υποστηρικτές του πολιτικού γάμου αλλά και του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, από το 1896 κιόλας, ζητούσε να καθιερωθεί ο πολιτικός γάμος. Σήμερα, θα υποστήριζε, νομίζω, και το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης. Ακριβώς για να είναι σαφής και θεσμοθετημένη η καισαρική διαφορά που χωρίζει τις συμβάσεις της οργανωμένης συλλογικότητας από τους όρους-όρια ζωής της εκκλησίας.

Οταν η εκκλησία μιλάει για «μυστήριο» αναφέρεται στην ανυπότακτη σε αντικειμενοποιήσεις υπαρκτική δυναμική «εγκεντρισμού» των αναγκαιοτήτων της φύσης στην ελευθερία της σχέσης: η ενστικτώδης, ορμέμφυτη ανάγκη εντάσσεται, ως άθλημα ελευθερία, στη σκόπευση της ζωής ως αγαπητικής κοινωνίας. Το μυστήριο της Ευχαριστίας, για παράδειγμα, θέλει να ελευθερώσει τη ζωτική ανάγκη της τροφής και του ποτού από τη φυσική αναγκαιότητα της ατομικής αυτοσυντήρησης να την αναδείξει σε ελευθερία αγαπητικής κοινωνίας της ζωής και της ύπαρξης. Αντίστοιχα, και το μυστήριο του Γάμου εντάσσει τη σεξουαλική σχέση και τη συμβίωση στη δυναμική του αθλήματος αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς που εικονίζεται στην ερωτική σχέση του Θεού με τον άνθρωπο («εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν», όπως λέει το τελετουργικό).

Οι Χριστιανοί που μετέχουν στο μυστήριο του ευχαριστιακού δείπνου δεν ζητάνε να ακυρωθεί κάθε άλλο δείπνο, κάθε άλλη λήψη τροφής. Και όσοι χριστιανοί μετέχουν στο μυστήριο του Γάμου δεν απαιτούν να θεωρείται μόνο ο δικός τους γάμος νόμιμος και κάθε άλλος γάμος «παλλακεία και πορνεία». Δυστυχώς, υπάρχουν και τραγικά αθεολόγητοι επίσκοποι, όπως και μικρονοϊκού ηθικισμού ζηλωτές, που θεωρούν τον εκκλησιαστικό γάμο σαν θρησκευτική νομιμοποίηση της «αμαρτωλής» καθεαυτήν σεξουαλικότητας. Γι’ αυτό και μάχονται να καταστήσουν υποχρεωτικό για όλους το ευτελισμένο θρησκευτικό φολκλόρ της φιέστας με το νυφικό και τα κουφέτα, το ρύζι και τον χαβαλέ.

Δεν θα ήταν αυθαίρετο να ισχυριστεί κανείς ότι η χρεοκοπία του θεσμού του γάμου σήμερα και η σαρωτική αύξηση των διαζυγίων οφείλονται, σε σημαντικό ποσοστό, στην αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού Μυστηρίου του Γάμου: Ο ασκητικός χαρακτήρας του έρωτα, το άθλημα της αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς, δεν λειτουργεί σαν μέτρο και κριτήριο ποιοτικής αποτίμησης της σχέσης.

http://giannaras.wordpress.com/2008/03/16/16_3_8/





Γόνιμη άμυνα ο αυτοσεβασμός

10 02 2008

Giannaras Tου Xρηστου Γιανναρα

Το καλοκαίρι πυρπολήθηκε η μισή Ελλάδα. Καταστροφή ανεπανόρθωτη φυσικού πλούτου, κάλλους, μοναδικότητας. Δεν τιμωρήθηκε κανένας ούτε για αυτουργία ούτε για ανικανότητα. Στις εκλογές που ακολούθησαν επιβραβεύτηκε η παραλυτική αναξιοσύνη της κυβέρνησης, η εξωφρενική ανημπόρια της να διαχειριστεί τα κοινά. Οσο για την αξιωματική αντιπολίτευση, το μόνο που κατάλαβε σαν επιταγή των καιρών, ήταν να ξαναδώσει την αρχηγία, ελέω ονόματος πατρός και πάππου, στο κωμικοτραγικό ερζάτς δεσπότου και αυθέντη – εκεί εξαντλείται το επίπεδο των φιλοδοξιών της.

Αμέσως μετά ήρθαν τα Ζωνιανά: Γυμνή και τετραχηλισμένη η αποκάλυψη ότι έννομο κράτος δεν υπάρχει στη χώρα, η αυθαιρεσία, η αναίδεια και η βία ακυρώνουν τους θεσμούς, αναδείχνουν τρομαχτική την απειλή της ζούγκλας που βιώνει καθημερινά κάθε αδύναμος. Ακολούθησε, χωρίς ανασασμό, η απόπειρα αυτοκτονίας του εγγύτατου πρωθυπουργικού φίλου, απόπειρα σπαραχτικής απόγνωσης, ολωσδιόλου άγονης απόγνωσης. Η αυτοκτονία κάποτε του Καρυωτάκη οριοθέτησε, λένε, «στροφή» για την ελληνική ποίηση, η τωρινή επιφανής απόπειρα απλώς εκπωμάτισε έναν υπόνομο. Βεβαιώθηκε για πολλοστή φορά ότι ο υπόκοσμος της δημοσιογραφίας και οι επιχειρηματίες που τον στρατολογούν στα ιδιωτικά τους τηλεοπτικά κανάλια είναι τα αφεντικά της χώρας. Τους προσκυνάνε δουλοπρεπέστατα οι κατ’ επίφασιν άρχοντες, τους χαρίζουν τα αμύθητα ανεξόφλητα χρέη των καναλιών τους, για χάρη τους συντηρούν ξεδοντιασμένο και ληθαργικό τον θεσμικό κοινωνικό έλεγχο της τηλεόρασης: το διαβόητο ΕΡΣ. Αυτονόητο πια να συναλλάσσονται οι επαγγελματίες της πολιτικής, εκβιάζοντας και εκβιαζόμενοι, με το πιο χυδαίο κοινωνικό περιθώριο.

Η Ελλάδα, η «συντεταγμένη πολιτεία», παράγει σήμερα μόνο απελπισία. Ο αδύναμος Ελληνας, ο εξευτελισμένος στο ράντζο των νοσοκομειακών διαδρόμων, εξουθενωμένος από την κρατική διαχείριση των όσων πλήρωνε μια ζωή για ιατρική ασφάλιση, δεν έχει να ελπίσει σε τίποτε και σε κανέναν. Ούτε σε αριστερούς, ούτε σε δεξιούς, τάχα σοσιαλιστές και τάχα κομμουνιστές. Το ίδιο και ο άνεργος, με τη ζωή του, τη μία και μοναδική, να σβήνει, μέρα με τη μέρα, στον μαρασμό της απραξίας, στον εμπαιγμό των κομματικών επαγγελιών και υποσχέσεων. Το ίδιο ο μικροαγρότης, έρμαιο και θύμα, από γενιά σε γενιά, άπληστων πάντα μεσαζόντων. Το ίδιο βασανιστικά απελπισμένος και όποιος έχει το κουσούρι να σκέφτεται, να καταλαβαίνει, να έχει συναίσθηση, τι σημαίνει για τη συγκεκριμένη (την ελλαδική) κοινωνία και για το μέλλον της η τέλεια πια αποσύνθεση των πανεπιστημίων, ο έσχατος ευτελισμός του λυκείου, το σχολειό χωρίς ραχοκοκαλιά κοινωνικών στόχων παραδομένο στους πειραματισμούς των «αποδομιστών».

Από όσα βλέπει και ακούει και, κυρίως, από όσα ζει στο πετσί του ο αδύναμος Ελληνας βεβαιώνεται ότι δεν έχει να ελπίσει σε τίποτε και σε κανέναν. Δεν έχει ο λαός πολιτικούς μπροστάρηδες, έχει μόνο στυγνούς επαγγελματίες της εξουσίας. Ολους κωμικοτραγικά ίδιους, όσο και αν πασχίζουν και χτυπιώνται ρητορεύοντας να εφεύρουν μεταξύ τους διαφορές. Ολοι δουλεύουν για πάρτη τους, είτε «διαπλεκόμενοι» είτε απολαμβάνοντας την ηδονή και τις προνομίες του συστήματος εξουσίας που δήθεν το αντιμάχονται με παλαιοημερολογίτικες ιδεολογίες ξοφλημένες. Ολοι σιγουρεμένοι ότι δεν θα βρεθούν ποτέ σε ράντζο νοσοκομειακού διαδρόμου να εκλιπαρούν αξιοπρέπεια, ποτέ στην ουρά να εισπράξουν επίδομα ανεργίας.

Προκλητικό δείγμα της αμετάλλαχτης ομοτροπίας –του ανθρωπολογικού τύπου που αναπαράγει η κομματοκρατία– ο νεαρός υποψήφιος ηγέτης της «ανανεωτικής» Αριστεράς: Τριανταπεντάρης και μιλάει σαν εβδομηντάρης, μπλοκαρισμένος στα ίδια στερεότυπα της εξωπραγματικής αριστερίστικης θολούρας, γερασμένες ρητορικές φιοριτούρες, σαν υπερήλικας αυτοματισμένος στο μπλα – μπλα του «προοδευτικού» καριερίστα. Ποια πειστικότερη επαλήθευση της λαϊκής βεβαιότητας πως «όλοι ίδιοι είναι»;

Οι «όλοι ίδιοι» δυναστεύουν την Ελλάδα, αλλά η Ελλάδα δεν τελειώνει στις δυναστείες της «διαπλοκής», στις χαβούζες της τηλεοπτικής ατιμίας. Οι αντιστάσεις φθίνουν, αλλά δεν εκλείπουν. Οχι για ψευτοπαρηγόρια και παραισθησιογόνο «αισιοδοξία», μόνο για στήριξη όσων αντιστέκονται, όσων επιμένουν, να μνημονεύουμε απόηχους ήθους Διονύσιου Σολωμού και Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Πένες νεανικής, λαμπικαρισμένης καθαρότητας και κριτικής ευτολμίας, γλώσσα που παλεύει ακόμα για ποιότητα έκφρασης και σήμανση των ζωτικών για την ανθρωπιά του ανθρώπου προτεραιοτήτων.

Αντιγράφω φράσεις από ένα άσημο, αδιάφορο (ευτυχώς) για τους δυνάστες μας περιοδικό, που έχει τίτλο: «Μanifesto – Πολιτική / Πολιτισμός», τεύχος 12. Αντιγράφω ανώνυμα, μόνο για τη χαρά από το σπίθισμα της γραφής.

«Θεωρείται η Παιδεία δημόσιο αγαθό και δημοκρατική κατάκτηση. Μόνο που οι “υπέρμαχοί” της (αμούστακα μειράκια, αξούριστοι φοιτητές, αργόμισθοι συνδικαλιστές, ανελλήνιστοι εκπαιδευτικοί) αντί να απαιτούν την αναβάθμισή της, στηρίζουν την αρχή της ήσσονος προσπάθειας. Καταγγέλλουν την ιδιωτικοποίηση της παιδείας, αλλά για την ευτέλεια της δημόσιας παιδείας δεν λένε τίποτα. Θα γίνει το λοιπόν στην τριτοβάθμια (αργά ή γρήγορα) αυτό που γίνεται και στις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης: η ιδιωτική θα αντικαταστήσει την απαξιωμένη δημόσια».

«Ψυλλιάζομαι ότι σε λίγα χρόνια οι Σκοπιανοί θα βάλουν βέτο στο Ελλαδιστάν, ώστε να μην χρησιμοποιεί τον όρο Μακεδονία».

«Ο γενιτσαρισμός είναι πλέον εθελοντικός. Ετερώνυμοι και ετερόφωτοι “συγγραφείς”, ξαναγράφουν την ελληνική ιστορία. Αλλά η κοινωνία έχει καταπιεί το τηλεκοντρόλ και πέρδεται αλλάζοντας κανάλι ή σκιάζεται να μην κακοκαρδίσει το εκσυγχρονιστικό ιερατείο που, κατά το δοκούν, διανέμει πιστοποιητικά προοδευτισμού… Οι δικοί μας παππούδες δεν “συνωστίστηκαν” στη Σμύρνη, ούτε “απώθησαν” τον εισβολέα. Της κ. Ρεπούση μπορεί, αλλά εμείς είμαστε από άλλο σόι».

«Νίκη της ακροδεξιάς διαπίστωσε η ανανεωτική (sic) αριστερά με την απόσυρση του βιβλίου Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού. Πρέπει να είσαι πολιτικά ηλίθιος, για να κάνεις τέτοιες διαπιστώσεις. Ο κ. Καρατζαφέρης και η παρέα του έχουν κάθε λόγο να χαίρονται, όταν από το πουθενά τους χαρίζεται η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού».

«Μάρτυρες σήμερα της τελικής επίθεσης ενάντια στην ευγένεια. Συντελείται στις ψυχές και στοχεύει στην εκμηδένιση της προσωπικότητας, στην πλήρη μαζοποίηση. Μια μόνο διαφοροποίηση επιτρέπεται, η εισοδηματική. Αντίμαχοι σε όσους και σε όσα επιδιώκουν τη συντριβή του αυθεντικού είναι αρνούμαστε να πεθάνουμε χωρίς να μάθουμε γιατί ζήσαμε… κρατάμε ζωντανό το αίτημα της αξιοπρέπειας, την αρετή της ευγένειας». Ανάσα ελπίδας.





ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ & ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ

9 02 2008

 ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ