Μικρασία, πατρίδα μου αγαπημένη!

1 09 2011

Μέγαν μάρτυρα η Εκκλησία
Ο άγγελος της εν Σμύρνη Εκκλησίας
Η προσφορά του αγίου Μητροπολίτου Χρυσοστόμου στον Μακεδονικό αγώνα
Η νίκη των Συμμάχων και η επάνοδοs στη Σμύρνη
Ώρες και ημέρες ταραχής και αγωνίας Του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης
H εξιλέωση της ντροπής
Η Αγιότητα του Χρυσοστόμου Σμύρνης
Ιερομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης
ΠΩΣ ΝΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΩ ΣΜΥΡΝΗ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ
Γιώργου Θεοφάνους Κατραμόπουλου

Η ΠΥΡΠΟΛΗΣΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Η ΠΥΡΠΟΛΗΣΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

 

Με του βορηά τα κύμματα
Η αγία Φωτεινή. — Ο ναός. — Πως εκτίσθη. — Το περίφημον τέμπλεον. — Ο στολισμός του Ναού. — Αι ακολουθίαι. — Οι ιεροψάλται. — Σκέψεις…




Ντύσου την ήττα σου και ταπεινά προχώρα

13 07 2011
Ηττήθηκε ηττήθηκε και κλαίει
Ο Χριστός
Και είναι υπέρ της ήττας
της ολοσχερούς και της άλλης.
(Μιχάλης  Κατσαρός)
Σε κομμάτια του χριστιανικού κόσμου  επικρατεί αυτή η  ευημερίστικη λογική που θεολογεί υπέρ του: «Πιστεύω σε έναν Θεό που μου γεμίζει την τσέπη…». Αυτή η θεολογική  επικράτεια όπου κάποιοι  θα περνάνε  αιώνια καλά επειδή είναι  (και σήμερα) αλλά θα είναι (και αύριο)  κοντά στον Κύριο, κοντεύει σχεδόν να επιβληθεί (ή μήπως καλύτερα να υιοθετηθεί;) και στον εκκλησιαστικό μας χώρο, μέσα από  τα  ορθάνοιχτα σκέλια  αυτών που ευημερούν από τα αρμέγματα των  βοσκών του ποιμνίου. Μικροδιασπώμενες σέκτες  μέσα από κάτι  βασανιστικά και  υπενθυμητικά  κηρύγματα μεταχειρίζονται με την  επιλεκτική βιβλική ερμηνευτική τους και με έντονους λόγους παρρησίας την αιώνια νίκη των χριστιανών επί του κοσμικού αμαρτωλού φρονήματος. Ποια είναι όμως αυτή η ριμάδα η νίκη που επικαλούνται όπου σταθούν και όπου βρεθούν τόσες πολλές και ταυτόσημες ομάδες εκ μέρους του Θεού τους, ενώ την ίδια στιγμή, θα αποστατούσαν από του Θεού του ζώντος, αν ο ίδιος Θεός τους έκανε τη λειτουργική κίνηση να τους αδειάσει τις τσέπες, να τους αρπάξει τις τραπεζικές τους καταθέσεις και εκεί που το έπαιζαν αφεντικά, να τους υποβιβάσει  στη μισθωτή σκλαβιά και στο έλεος των αλλότριων και «άπιστων» αφεντικών;  Αυτή η τρομακτική επική διδαχή μιας χριστιανικής  νίκης είναι που βιάζει το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, ακόμα και αν είναι το χειρότερο μούτρο που μπορεί να υπάρχει. Γιατί,  για  να διατηρηθεί αυτό το πρόσωπο, μαρτύρησε με ιδρώτα και αίμα ολόκληρο το σώμα των αγίων της εκκλησίας. Και αυτό δεν ξεκίνησε με κηρυγματικές διακονίες περί της νίκης αλλά με τη ζωντανή μαρτυρία της ήττας επί του Σταυρού.
Στη κινηματογραφική ταινία «τραγούδια από το δεύτερο όροφο» του σουηδού σκηνοθέτη Ρόι Άντερσον, παρουσιάζεται ένας  άνθρωπος να κατασκευάζει και να εμπορεύεται ξύλινους σταυρούς με τον εσταυρωμένο επάνω, τους οποίους σταυρούς όμως δεν θέλει κανένας να τους αγοράσει.  Έτσι και αυτός, αγανακτισμένος που ο εσταυρωμένος του δεν πουλάει καθόλου, βάζει τους σταυρούς στο αυτοκίνητό του, πηγαίνει σε μια ερημική χωματερή και αρχίζει να τους πετάει φωνάζοντας τσαντισμένος: «Είσαι ένας άχρηστος που δεν σε θέλει κανένας!». Αν δεν εστιάσουμε την προσοχή μας μόνο στη θρησκευτική εμπορευματοποίηση και στη  τραγωδία του καπιταλιστικού κόσμου, που σαφώς θέλει να τονίσει ο σκηνοθέτης, αλλά  κοιτάξουμε αυτό το κάτι άλλο που θέλει να μας περιγράψει, νομίζω ότι θα καταλάβουμε πως πρόκειται για αυτή την ήττα του σταυρού ενάντια στις όποιες «σταυροφόρες» χριστιανικές νίκες. Ο σουηδός σκηνοθέτης, γεννημένος μέσα σε μια συγκεκριμένη θρησκευτική προτεσταντική παράδοση σίγουρα έχει κατά νου όλες αυτές τις διδαχές περί χριστιανικής και αναγεννημένης νίκης επί του κόσμου. Γι’ αυτό και είναι σε θέση να διακρίνει  με σοβαρότητα και ευθύνη αυτού του είδους τις νίκες, οι οποίες  γεννάνε και τα ανάλογα ερωτήματα, όπως  για το  ποιός τελικά θέλει να ζήσει μαζί με έναν Θεό ηττημένο που δεν θα του γεμίζει το στομάχι όταν θα του το ζητάει  και δεν θα τον φυλάει  από τους κινδύνους όταν θα τον επικαλείται;
Μια άλλη συγκλονιστική μαρτυρία ήττας θεωρώ είναι και αυτή ενός  ορθόδοξου χριστιανού και κομουνιστή αντάρτη, του  Μανώλη του Ναυπλιώτη, όπου εν μέσω  εμφυλίου πολέμου, για όσους μπορούν να φανταστούν τι σημαίνει αυτό, έζησε την ήττα του με μια εκκλησιαστική αξιοπρέπεια. Ο Ναυπλιώτης  βρέθηκε κάποτε αντιμέτωπος με έναν στρατιώτη, τον οποίο  και είχε σε απόσταση βολής πενήντα μέτρων. Σηκώνει το όπλο του τον σημαδεύει και καθώς είναι έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη, ακούει την καμπάνα της εκκλησιάς να χτυπάει και το μετανιώνει. Κάνει να φύγει, σκοντάφτει, πέφτει και ακούγεται στον αντίπαλό του. Ο στρατιώτης αμέσως τον φιλοδωρεί  με μια ριπή από το αυτόματό του και τον τραυματίζει σοβαρά. Ο αντάρτης τσαντίζεται και κάνει να γυρίσει πίσω να ανταποδώσει τους πυροβολισμούς, και τότε ακούει για δεύτερη φορά την καμπάνα να χτυπάει και το μετανιώνει ξανά. Τότε τον παίρνει το παράπονο και δακρύζει. Αναρωτιέται, γιατί ο ίδιος να ακούσει την καμπάνα της εκκλησιάς και να δεχτεί την ήττα του; Και καθώς προσπαθεί να τον συγχωρέσει παραμένει με ένα ερώτημα που είναι επίσης και η απάντηση. «Αυτός δεν την  άκουσε την καμπάνα;». 1
Ο Ναυπλιώτης, νικημένος από την καμπάνα της εκκλησιάς δεν καταφέρνει να σκοτώσει τον συνάνθρωπο του. Η καμπάνα βάζει σε λειτουργία τη μνήμη του για το αληθινό πρόσωπο του άλλου, του εχθρού, του υπενθυμίζει την προίκα της αρχικής του εικόνας, καθώς αναρωτιέται ότι σκοτώνοντάς τον μπορεί να αφήσει πίσω μια  μάνα  ή  μια γυναίκα με παιδιά ορφανά. Βλέπει πλέον με ένα άλλο ωκεάνιο και καθαρό βλέμμα  τα πράγματα, έτσι όπως ακριβώς  τα έβλεπε και Εκείνος που έγινε ένας από εμάς και ενώ ήταν  αθάνατος και ελεύθερος από την αναγκαιότητα του θανάτου, πεθαίνει με έναν θάνατο τόσο ανθρώπινο και τόσο δανεικό.
Αυτό το  «θαρσείτε εγώ νενίκηκα τον κόσμον» 2 δεν σημαίνει να έχετε θράσος απέναντι σε κάθε τι το κτιστό, αλλά να έχετε θάρρος και εσείς για την επίπονη  μεταμόρφωση του κόσμου σε ό, τι καλό λίαν υπήρχε για να υπάρχει. Σημαίνει όχι να τρώμε χριστιανικά τις σάρκες αυτού του κόσμου, αλλά  να τον νοστιμίζουμε με ό, τι αλατάκι έχει απομείνει στη διάθεσή του καθενός. Η Βασιλεία των ουρανών είναι ο «τόπος» και της ήττας και της νίκης του Χριστού και των αγίων του. Αρχικά ξεκίνησε με το ταπεινό φρόνημα της ενσάρκωσης, έπειτα επέλεξε την ήττα της σταύρωσης και στο τέλος νίκησε την κάθε κτιστή εξουσιαστική θανατίλα με την ανάστασή του  εκ μέρους όλων. Και ποια είναι η ελευθερία η δική Του; Ούτε η νίκη ούτε η  ήττα. Γιατί αυτός  ήταν και είναι σίγουρος για τους φίλους Του. 3 Και ποια είναι η σιγουριά των φίλων Του; Να ντύνονται καθημερινά την ήττα του εαυτού τους και να προχωράνε ταπεινά σε αυτό  στενό δρομάκι  μέχρι και το τελικό   φτάσιμο μαζί Του.4
1.     «Οι αγώνες… και οι αγωνίες του Μανώλη Ναυπλιώτη», του Γρηγόρη Κρίμπα, σελ 118-119, κεντρική διάθεση εκδόσεις-βιβλιοπωλείο Αλφειός.
2.     Ιωάννης 16:33
3.     Αντρέα Ντόρια, «ούτε νίκη ούτε ήττα», σελ.84, εκδ. Ισνάφι.
4.     Μιχάλης Κατσαρός, «αλφαβητάριον» ποιήματα α-ω, σελ.21, εκδ. Μνήμη.
Γιώργος  Κουτσοδιάκος

 ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΕΓΚΟΛΠΙΟΥ

Μανώλης Ναυπλιώτης: Ένας Χριστιανός αντάρτης

  Περιγραφή:

… Ο ήρωάς μου έχει μια ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση. Άτομο ισορροπημένο, δραστήριο, αποτελεσματικό και έντονα θεοσεβούμενο, είναι κράμα ρεαλιστικών δράσεων και μεταφυσικών πεποιθήσεων. Παρά την κομμουνιστική του κουλτούρα, δεν έχει καμιά αμφιβολία για την ύπαρξη του Θεού. Στο νου και στην ψυχή του συνυπάρχουν, άρρηκτα δεμένες, η βαθειά χριστιανική πίστη και η ανόθευτη κομμουνιστική ιδεολογία. Αν και είναι, σύμφωνα με τον κοινό νου, πράγματα αντιφατικά, παράταιρα και αλληλοσυγκρουόμενα, εντούτοις ο Μανώλης τα κουβαλάει, από τη χαραυγή της ζωής του, ώς τη δύση της, απλά και φυσικά και αρμονικά δεμένα μεταξύ τους και αυτοχαρακτηρίζεται… Χριστιανοκομμουνιστής!

Δεν σκοπεύω να επικρίνω ή να επικροτήσω την ιδιόμορφη βιοφιλοσοφία του ήρωά μου. Δουλειά δική μου είναι να παρουσιάσω και να φωτίσω την προσωπικότητα και τη δράση του με σεβασμό και αντικειμενικότητα. Τα συμπεράσματα δικά σας…

ΜΑΝΩΛΗΣ Νικολάου ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ, μέλος του ΚΚΕ από το 1943 και αξιωματικού του ΔΣΕ. Γεννήθηκε το 1924 στο Βύρωνα Αττικής. Ηταν το δωδέκατο παιδί πολυμελούς προσφυγικής οικογένειας και από μικρός μπήκε στη βιοπάλη. Αντάρτης του ΕΛΑΣ στην Κατοχή, έλαβε μέρος στις μάχες του ηρωικού Δεκέμβρη 1944 στην Αθήνα, πιάστηκε από Αγγλους και εξορίστηκε στην Ελ Ντάμπα. Μαχητής του ΔΣΕ στον Εμφύλιο, πολέμησε το 1948 στο Γράμμο, ως διοικητής Διμοιρίας σαμποτέρ της 102 Ταξιαρχίας και τραυματίστηκε δυο φορές. Αργότερα υπηρέτησε σε διοικητικές θέσεις στα Τμήματα της Ταξιαρχίας σαμποτέρ του Βρατσάνου. Για την παλικαριά του, του απονεμήθηκε μετάλλιο ανδρείας και μετάλλιο εξαιρετικής σαμποταριστικής δράσης.

Από το φθινόπωρο του 1949, πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη, φοίτησε σε στρατιωτική σχολή, εργάστηκε στις οικοδομές και διακρίθηκε για τις καλές επιδόσεις του στη σοσιαλιστική παραγωγή. Παράλληλα πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην ΚΟ Τασκένδης. Το 1956 ήταν μέλος της καθοδήγησης της ΚΟΒ Οικοδόμων.        

 Θεός σχωρέσει





Nick Cave – No More Shall We Part

19 09 2009

And no more shall we part
It will no longer be necessary
And no more will I say, dear heart
I am alone and she has left me

And no more shall we part
The contracts are drawn up, the ring is locked upon the finger
And never again will my letters start
Sadly, or in the depths of winter

And no more shall we part
All the hatchets have been buried now
And all of birds will sing to your
beautiful heart
Upon the bough

And no more shall we part
Your chain of command has been silenced now
And all of those birds would’ve sung to your beautiful heart
Anyhow

Lord, stay by me
Don’t go down
I will never be free
If I’m not free now

Lord, stay by me
Don’t go down
I never was free
What are you talking about?

For no more shall we part
And no more shall we part





Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού

10 06 2009

17

Λίγο προτού αφήσω το Ιρκούτσκ πήγα να δω τον πνευματικό μου πατέρα, με τον οποίο πολλάκις είχα συζητήσει, για να του πω αυτή τη φορά:
«Πηγαίνω στην Ιερουσαλήμ, και ήλθα να σε ευχαριστήσω για την χριστιανική σου αγάπη προς εμένα, ένα φτωχό προσκυνητή».
«Ο Θεός να ευλογήσει το ταξίδι σου», απήντησε. «Πώς, όμως, συνέβη, ώστε ποτέ να μη μου πεις τίποτε για τον εαυτό σου, ποιος είσαι και από που έρχεσαι; Έχω ακούσει ένα σωρό για τα ταξίδια σου, αλλά θάθελα να γνωρίζω κάτι και για το μέρος που γεννήθηκες καθώς κ αι για την ζωή σου προτού γίνεις προσκυνητής».

«Γιατί όχι; Με μεγάλη ευχαρίστηση», απήντησα, «θα σου πω το κάθε τι, άλλως τε δεν είναι ζήτημα που θα μας απασχολήσει πολλή ώρα. Γεννήθηκα σ’ ένα χωριό της περιοχής της διοικήσεως του Ορέλ. Μετά τον θάνατο των γονέων μας μείναμε μόνοι εγώ και ο αδελφός μου, αυτός δέκα χρόνων κι εγώ δύο. Μας ανέθρεψε ο παππούς μας, που ήταν ένας καλός και πλούσιος γέρος, ιδιοκτήτης ενός πανδοχείου στα μισά ενός δρόμου. Χάρις στην καλή καρδιά του παππού μου, πολλοί ταξιδιώτες τον προτιμούσαν και σταματούσαν εκεί. Ο αδελφός μου, που ήταν πολύ παλιόπαιδο, περνούσε τον περισσότερο καιρό γυρίζοντας εδώ και εκεί στο χωριό, αλλά εμένα μου άρεσε καλύτερα να μένω κοντά στον παππού μου.

Τις Κυριακές και τις γιορτές πηγαίναμε μαζί στην εκκλησία. Εις το σπίτι ο παππούς συνήθιζε να διαβάζει την Αγία Γραφή, αυτή την ίδια που έχω εγώ τώρα. Όταν ο αδελφός μου μεγάλωσε, άρχισε να πίνει. Μια φορά όταν ήμουν επτά χρόνων και είμαστε οι δυο ξαπλωμένοι κοντά στη θερμάστρα, μ’ έσπρωξε τόσο πολύ, ώστε κατρακύλησα και πέφτοντας κτύπησα το αριστερό μου μπράτσο στις σκάλες, τόσον, ώστε πια δεν κατέστη δυνατόν να το χρησιμοποιήσω, επειδή από τότε στην πραγματικότητα το χέρι μου παρέλυσε. Ο παππούς μου βλέποντας ότι ύστερα από αυτό, ποτέ δεν θα μπορούσα να εργασθώ στην γη, με έμαθε να διαβάζω. Μη έχοντας άλλο βιβλίο για αναγνωστικό χρησιμοποιούσε την Αγία Γραφή. Με δίδαξε το αλφάβητο, με έμαθε να φτιάχνω λέξεις και να διακρίνω τα διάφορα γράμματα, όταν τα έβλεπα. Χωρίς να καταλάβω επαναλαμβάνοντας συνεχώς ό,τι διάβαζε αυτός, έμαθα σιγά – σιγά και ύστερα από κάμποσο χρονικό διάστημα, μπορούσα να διαβάζω ελεύθερα. Αργότερα, όταν το φως του παππού μου άρχισε να ελαττώνεται, με έβαζε συχνά να του διαβάζω δυνατά από την Αγία Γραφή και με διόρθωνε όταν έκανα λάθη. Την εποχή αυτή, συνήθιζε και ένας κύριος γραμματισμένος, να έρχεται συχνά στο πανδοχείο μας. Έγραφε πολύ ωραία γράμματα και μου άρεσε να τον βλέπω όταν καλλιγραφούσε. Αντέγραφα το γράψιμό του και αυτός άρχισε να με διδάσκει. Μου έδωσε χαρτί και μελάνη, μου έφτιαξε πέννες από φτερά κι έτσι έμαθα να γράφω πολύ καλά. Ο παππούς μου ήταν πολύ ευχαριστημένος και μια μέρα μου είπε τα εξής: «Ο Θεός σού έδωσε το χάρισμα της μαθήσεως που θα σε κάνει άνθρωπο. Να δοξάζης, λοιπόν, το όνομά Του και να προσεύχεσαι συχνά». Συνηθίζαμε να πηγαίνουμε σ’ όλες τις ακολουθίες της εκκλησίας, συχνά δε κάναμε προσευχές και στο σπίτι. Εμένα μούπεφτε πάντοτε στη σειρά μου να διαβάζω τον πεντηκοστό ψαλμό, την ώρα που οRussianSchemamonk παππούς μου και η γιαγιά μου έκαναν μετάνοιες και γονάτιζαν. Όταν ήμουν δέκα επτά ετών η γιαγιά μου πέθανε. Ο παππούς έπειτα από αυτό, μου είπε:
“Το σπίτι μας δεν έχει πια οικοδέσποινα και αυτό είναι άσχημο πράγμα. Ο αδελφός σου είναι ελεεινός. Φροντίζω, λοιπόν, να σου βρω μια γυναίκα να παντρευτείς”. Εγώ ήμουν αντίθετος στην σκέψη του αυτή, λέγοντάς του ότι ήμουν ένας ανάπηρος, αλλά ο παππούς μου δεν υποχωρούσε. Βρήκε μια καλή κοπέλα είκοσι χρόνων, και παντρευτήκαμε. Έπειτα από ένα χρόνο ο παππούς μου αρρώστησε βαριά. Γνωρίζοντας ότι ο θάνατός του ήταν κοντά, με κάλεσε και με αποχαιρέτησε, λέγοντας: “Σου αφήνω το σπίτι μου με όλα όσα έχει. Να είσαι τίμιος, ευσυνείδητος, να μην απατήσεις ποτέ άνθρωπο και πάνω απ’ όλα να προσεύχεσαι τακτικά, για το κάθε τι, για όλα που ο Θεός μας δίνει. Μόνον σ’ αυτόν να εμπιστεύεσαι τα πάντα συ και η γυναίκα σου· να πηγαίνετε τακτικά στην εκκλησία, να διαβάζετε την Αγία Γραφή και να θυμάστε την γιαγιά σας κι εμένα στις προσευχές σας. Να και τα χρήματά μου. Είναι χίλια ρούβλια χρυσά και σου τα χαρίζω. Φρόντισε να μην ξοδέψεις άσκοπα ούτε ένα από αυτά, φρόντισε να μη σου κυριεύσουν την ψυχή και δώσε μερικά στους φτωχούς και στην Εκκλησία». Μετά λίγες ημέρες απέθανε και τον κηδεύσαμε σεμνά.

Αλλ’ ο αδελφός μου, με φθόνησε φοβερά επειδή όλη η περιουσία έγινε δική μου. Ο θυμός του εναντίον μου μεγάλωνε συνεχώς και ο Σατανάς τον παρότρυνε τόσο στο μίσος του εναντίον μου, ώστε σχεδίαζε να με σκοτώσει. Τελικά δεν με σκότωσε αλλά έκανε το εξής: Μια νύχτα ενώ κοιμόμαστε, μη έχοντας πελάτες στο πανδοχείο, διέρρηξε το δωμάτιο μέσα στο οποίο είχαμε τα λεφτά, τα επήρε από το μπαούλο κι έπειτα έβαλε φωτιά. Η φωτιά ξ απλώθηκε σ ‘ όλο το σπίτι χωρίς να το καταλάβουμε, μόλις δε κατορθώσαμε εγώ κι η γυναίκα μου να γλυτώσουμε, πηδώντας μέσα στις φλόγες από ένα παράθυρο, φορώντας μόνο τα ρούχα του ύπνου. Η Αγία Γραφή ήταν κάτω από το μαξιλάρι μας, μα με όλη την παραζάλη κατόρθωσα να την πάρω μαζί μου. Καθώς βλέπαμε το σπίτι μας να καίγεται,είπαμε ο ένας στον άλλο. «Δόξα τω Θεώ που σώσαμε τη ζωή μας και την Αγία Γραφή, για να την έχουμε παρηγοριά, στις συμφορές που μας βρήκαν». Έτσι ό,τι είχαμε και δεν είχαμε το χάσαμε και ο αδελφός μου εξαφανίστηκε χωρίς ν’ αφήσει κανένα ίχνος. Αργότερα μάθαμε ότι μεθυσμένος κάποτε κόμπαζε, λέγοντας με τι τρόπο πήρε τα χρήματα και έκαψε το σπίτι. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Να πας στο καλό ευγενικέ ΕΥΓΕΝΙΕ ΣΠΑΘΑΡΗ.

10 05 2009

spatharis2352456

Με τη φωνή σου ταυτισμένη η ύπαρξή μου και με τις σκιές σου η παιδική ψυχή μου.
Εκεί που πας δεν υπάρχουν ΣΚΙΕΣ αγαπημένε παιδαγωγέ!
Σε ευχαριστώ.





Φίλοι που έφυγαν αλλά δεν ξεχάστηκαν!

3 05 2009


29 -6-1975  ο Tim Buckley φεύγει από υπερβολική δόση

o Ian Curtis έφυγε στις 18 Μαΐου του 1980, σε ηλικία 23 μόλις ετών.

…το απόγευμα της 6ης Δεκεμβρίου 1990, ο Παύλος Σιδηρόπουλος πεθαίνει από χρήση ηρωίνης στο πατρικό του σπίτι. Κηδεύεται στον Κόκκινο Μύλο.

…στις 17 Μάρτη 1988 ο Νικόλας Άσιμος, βρέθηκε κρεμασμένος σπίτι του. Ήταν η τελευταία του “Βόλτα”. Προηγουμένως είχε επανειλημμένα τηλεφωνήσει απεγνωσμένα σε φίλους.





Ο άλλος ήλιος

29 04 2009

143952-04_11_33_evans-david_frangipani

Όταν ήμουν παιδί, δε μου μιλούσαν ποτέ για τον Θεό. Δε μου απαντούσαν, όταν ρωτούσα, όπως ρωτούν όλα τα παιδιά, γιατί ζούμε και γιατί πεθαίνουμε. Μου έκοβαν την ερώτηση, έτσι, όπως κάνουν και σήμερα, προσπαθώντας να σταματήσουν απ’ την αρχή τη διατύπωσή της. Ποτέ δε μιλούσαν γι’ Αυτόν. Και ποτέ δεν του μιλούσαν. Εξόν από μερικές γυναίκες -κι αυτό ίσως για μια μονάχα φορά- που είχαν έρθει απ’ την τραγική περιοχή των Σεβαίν, κουβαλώντας πάνω τους την επανάσταση, σα μια λάβα κρυωμένη αφύσικα και, που, μπροστά στον πρόωρο θάνατο κάποιου δικού τους, ξεσπούσαν σ’ ασταμάτητη βλαστήμια, με τρόπο, που να εξαρθρώνεται η ύπαρξη.

Δε μιλούσαν για τον Θεό, για τον ζωντανό Θεό. Όμως, o Θεός, η λέξη «Θεός» ήταν συχνά αυτό, που έχει πάψει νάναι σήμερα: ένα θέμα συνομιλίας. Γιατί σήμερα δεν έχουν πια ντροπή, όταν μιλούν για το σεξ, ωστόσο έχουν ντροπή, όταν μιλούν για τον Θεό. Την Κυριακή μαζευόταν η πατριά. Τουλάχιστο αυτά τα μέλη της, που ήταν καθηλωμένα στην πόλη. Κι αν δε γινόταν αυτό κάθε Κυριακή, πραγματοποιόταν οπωσδήποτε κάθε δεύτερη. Την επόμενη, η οικογένειά μου, με τη στενή έννοια, πήγαινε στο χωριό. Λοιπόν, κάθε δεκαπέντε, οι αδελφές της μάνας μου, που ήταν δασκάλες, έρχονταν να δειπνήσουν στο σπίτι (δείπνο εκεί κάτω είναι αυτό, που στο Παρίσι το λένε γεύμα). Ερχόταν κι o θείος μου o καμιονέρης, που είχε περάσει τη ζωή του περπατώντας με το ξύλινο πόδι του στους δρόμους του Λάνγκετοκ, γιατί τα καμιόνια του τα έσερναν άλογα κι ήταν υποχρεωμένος να τραβάει απ’ το χαλινάρι το ζώο, που πήγαινε μπροστά. Αυτός ήξερε από κουζίνα. Είχε μάθει στα πανδοχεία των καμιονέρηδων. Και συχνά, για να γίνει δεκτός, έφερνε ένα βουβό καναρίνι. Κείνα, που δε μιλούν, έλεγε, είναι καλύτερα. Ερχόταν, ακόμα κι o θείος μου, o υπάλληλος του σταθμού. Πολλοί χώνονταν στην «παρέα» εκείνων, που κατέβαιναν απ’ τις Σεβαίν. Η συζήτηση ήταν ζωντανή, ειλικρινής.

Οι γυναίκες, διανοούμενες και χειραφετημένες, κυριαρχούσαν. Περίμενα με ευχαρίστηση το επιδόρπιο και τη συζήτηση πάνω στο πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού. Οι θείες μου ήταν υπέρμαχες του θεϊσμού, στη γραμμή της παράδοσης του Ιουλίου Φερρύ. Ενώ οι γονείς μου, διευθυντές σχολείου κι αυτοί, είχαν γίνει άθεοι με τη μορφή της στράτευσης. Κανένας δε θύμωνε. Κανένας δεν προσπαθούσε να πείσει. Η συζήτηση έμοιαζε περισσότερο με φιλική μουσική. Κι o Θεός παράμενε o πιο ξένος στο βάθος του διαλόγου. Η φωνή δε χαμήλωνε, δεν κυμάτιζε, παρά μονάχα για τα μυστήρια της αγάπης, της πολιτικής και της αρρώστιας. Προ πάντων όταν γινόταν λόγος για τη φυματίωση (δε θάπρεπε η «μικρή» να παντρευτεί έναν φυματικό) και για τη διανοητική καθυστέρηση… Το υπέρτατο «Ον», αρκετά άρρωστο, μια και φαινόταν ανίκανο να τα τακτοποιήσει όλα κι αρνιόταν να κάνει παντού θαύματα, όπως λένε πως έκανε και κάνει στη Λούρδη, το «Ον» φάντασμα, χάνεται ανάμεσα στο άρωμα του καφέ και στο κουδούνισμα των πιατικών. Αυτές οι συζητήσεις δε μου άφησαν τίποτα. Ήταν o θόρυβος μιας απουσίας. Πιο σημαντικές αποδεικνύονταν οι σιωπές. Το μητρικό σχολείο -που εκεί έμενε μια απ’ τις θειές μου- την Κυριακή το απόγευμα ή την Πέμπτη δεν ήταν παρά μια πελώρια σιωπή. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





«Αυτά τα κόκκαλα είναι τώρα άγια πράματα»

8 04 2009

7041295

του Ηλία Βενέζη

Σ’ αυτό το κοιμητήρι της Μυτιλήνης είχαμε θάψει στον καιρό του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, τη γιαγιά μου, το πιο γλυκύ πρόσωπο του κόσμου. Είχε αρχίσει από τότε η πικρή ιστορία μας, το πρώτο πείραμα ξεριζώματος λαών ο διωγμός των χριστιανών της Ανατολής στα 1914 και η καταφυγή τους στα νησιά του Αιγαίου. Πέθανε η γιαγιά μας τότε, μες στον πόλεμο, στον ξένο τόπο. Ο παππούς μου την ξέθαψε, σαν ήρθε ο καιρός. Έβαλε τα κόκαλά της σε κασελάκι, έφερε το κασελάκι στην κάμαρη του, τ’ απόθεσε πλάι στο σπιτικό εικόνισμα, καθόταν ώρες μονάχος και της κουβέντιαζε. Προπάντων τα βράδια, σαν σούρουπωνε κι ανέβαινε απ’ την προκυμαία, όπου είναι το καράβια που ταξιδεύουν και μαθαίνεις τι γίνεται στον κόσμο, ο Γιαννακο-Μπιμπέλας άνοιγε το βήμα, δεν ήθελε ν’ ακούση τίποτα για φαγί, πήγαινε κατ’ ευθείαν εκεί, στο κασελάκι, το πρόσωπό του είχε απόκοσμη γαλήνη, χαμογελαστή.
«Έχει καλά νέα να της πη», έλεγε, η μάνα μας αυτά βλέποντας.

Καθόταν στα μιντέρι του, κοίταζε την τρίφυλλη Παναγία με το Βρέφος, το Εικόνισμα που είχαμε φέρει απ’ την πατρίδα μας σαν φεύγαμε κυνηγημένοι, κοίταζε το κασελάκι που το φώτιζε το καντήλι, άρχιζε να λέη στην πεθαμένη καταλεπτώς τα νέα που είχε μάθει. Το τι γίνεται στα Δαρδανέλλια όπου πολεμούσαν οι συμμαχικοί στόλοι να μπουν στα μπουγάζι και να φτάσουνε στην Πόλη, το τι γίνεται στη Θεσσαλονίκη όπου ο Βενιζέλος έκαμε κίνημα και πολεμούσε τον Βούλγαρο με τα παλικάρια τα νησιώτικα και της Ανατολής, με τη Μεραρχία του Αρχιπελάγους, το τι έγινε στα μακρινά μέρη του πολέμου.

«Πατέρα, τι είναι αυτό που κάνεις, να έχης την πεθαμένη μάνα μας, τα κόκαλά της, μες στην κάμαρά σου και να της μιλάς; τολμούσε πότε-πότε να του πη η κόρη του, καθώς ζούσε και τον τρόμο τον δικό μας. Εμπρός σ’ αυτά τα άγρια, τα αφύσικα που βλέπαμε ο θάνατος να μην είναι όπως τον φανταζόμαστε, η ζωή να συνεχίζεται και με τα κόκαλα, στον ίδιο τόνο, με τα νέα του πολέμου, με την ελπίδα.
6
«Όπου να ‘ ναι τελειώνει ο πόλεμος και θα σε πάρω και θα σε πάω στα Κιμιντένια να ξεκουραστής», έλεγε στη Δέσποινά του ο γέρο Γιαννακο-Μπιμπέλας.
«Πατέρα, πάρε τα κόκαλα απ’ το σπίτι! Τι είναι αυτά που κάθεσαι και μιλάς της μάνας μας: Έλεγε η κόρη του. Πατέρα, εγώ φοβάμαι…»
«Δε ντρέπεσαι να φοβάσαι τη μάνα σου! την έβαζε μπροστά εκείνος. Αυτά τα κόκαλα είναι τώρα άγια πράματα. Τι φοβάσαι; θα την έχω εδώ, κι ύστερα θα την πάρω και θα την πάγω στα Κιμιντένια. Τότε θα συχάσω, και θα με βάλετε και μένα στα πλευρό της».

Έγινε ακριβώς έτσι. Σαν τέλειωσε ο πόλεμος, στα 1919, ο Γιαννακο-Μπιμπέλας πήρε το κασελάκι με τα κόκαλα της γυναίκας του, τα πήγε στα Κιμιντένια, τα ‘θαψε κάτω απ’ το μεγάλο βασιλικό δέντρο, τη δρυ, έξω απ’ την πορτάρα, στο κτήμα που είχανε αναστήσει οι δυό τους μαζί. Κι ενώ ήταν γεμάτος υγεία, άξαφνα, όταν έγινε αυτό το χρέος, μαράθηκε απότομα. Σε λίγον καιρό πέθανε και τον θάψαμε κάτω απ’ τη δρυ, πλάι της.

Από το βιβλίο «Αρχιπέλαγος». σελ. 38-39 – περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ» τεύχος 4

Από τη σελίδα μας





Η Σκύρος & ο προστάτης της Άγιος Γεώργιος

9 04 2008

 __________ Ο ΑΓΙΟΣ
Ο Άγιος Γεώργιος τροπαιοφόρος και μεγαλομάρτης, όμορφος και περήφανος, πάνω στο πολεμικό του άτι. Προστάτης των αδυνάτων και των κατατρεγμένων, τιμωρός των δυνατών και των καταπιεστών ενσαρκώνει όλα τα ιδανικά της ελληνικής φυλής από την αρχαιότητα έως και σήμερα. Με πολλά στοιχεία από τους ήρωες και τους ημίθεους της αρχαιότητας πάντα ήταν αντικείμενο λατρείας, κι έτσι έγινε ο πιο τραγουδισμένος άγιος. Η αντρειοσύνη και η λεβεντιά του έγινε πάνω στα ελληνικά λάβαρα σύμβολο του αγώνα για την ελευθερία. Για τους Σκυριανούς είναι ο προστάτης Άγιος του νησιού. Σε αυτόν αποδίδονται πολλά θαύματα καθώς και η σωτηρία του νησιού από πολλούς κινδύνους.

 

 

___________Ο ΘΡΥΛΟΣ
Τα κύματα κάποτε, την εποχή που το Βυζάντιο μαστιζόταν από την διένεξη μεταξύ εικονολατρών και εικονομάχων, έβγαλαν στις ακτές της Σκύρου την θαυματουργή εικόνα του Αι-Γιώργη. Σύμφωνα με τον θρύλο η εικόνα γλύτωσε την καταστροφή από τους εικονομάχους και διάλεξε αυτό εδώ το νησί να γίνει ο πολιούχος και προστάτης του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »





Μνήμες…

31 03 2008

b2.jpg