
ΤΑ ΑΠΟΚΟΜΜΕΝΑ ΚΛΑΔΙΑ ΤΗΣ «ΚΑΛΛΙΕΛΑΙΟΥ»
(Ρωμ. 11, 11-36)
Ας αφήσουμε την σκέψι μας να φαντασθή μία ελαία πολύ ωραία, με γερό και υψηλό κορμό, με μεγάλα και ακμαία κλωνάρια, με πλούσια και θαλερή φυλλωσιά. Ο ήλιος της χαμογελάει. Και τα φύλλα της λουσμένα στο φως του σκορπίζουν ασημένιες λάμψεις. Οι ρίζες της είναι χωμένες βαθειά σε γονιμώτατο έδαφος. Κάθε χρόνο δίνει το πιο εκλεκτό λάδι. Είναι γεμάτη χάρες. «Ελαία ευπρεπής εν πεδίω», όπως θα έλεγε ο σοφός Σειράχ. Πιο όμορφη, πιο καμαρωτή, πιο γόνιμη δεν συναντάς άλλου. Χαίρεσαι που την βλέπεις. Λες και την φροντίζει αυτοπροσώπως ο ίδιος ο Θεός.
Στην συνέχεια το θέαμα εμφανίζεται λυπηρό. Τα κλωνάρια της το ένα μετά το άλλο κόβονται και πέφτουν στο έδαφος. Σχεδόν όλα έχουν αποκοπή. Πω, πω, τι άσχημη που είναι τώρα! Τόσες εύχυμες ουσίες ανεβαίνουν από την εύφορη γη και δεν βρίσκουν κλωνάρια να θρέψουν.
Ξαφνικά τα πράγματα παίρνουν άλλη τροπή. Μακρυά σ’ ένα κακοτράχαλο ύψωμα υπάρχει κάποια άγρια ελαία. Κακοφτιαγμένη, καχεκτική, άγονη με πολλά αγκάθια και ξεράδια. Κάποιος όμως που ενδιαφέρεται γι’ αυτήν, κόβει αρκετά βλαστάρια της και πηγαίνει να τα κεντρώση στην καλή ελαία. Σε λίγο αυτά ξεπετάγονται και θεριεύουν. Οι πλούσιοι χυμοί από τις ρίζες τους έδωσαν πρωτοφανή ζωντάνια και σφριγηλότητα. Το παράδοξο είναι ότι παρά τον κανόνα αλλάζουν φύσι. Αποβάλλουν κάθε αγριότητα. Ημέρεψαν. Έγιναν φυσικά κλαδιά της ήμερης ελαίας, και μάλιστα καλύτερα από αυτά που αποκόπηκαν. Δεν αργούν να δώσουν θαυμάσιο λάδι.






































