Εξεβλήθη Αδάμ του Παραδείσου, δια της βρώσεως διο και καθεζόμενος απέναντι τούτου, ωδύρετο ολολλύζων, ελεεινή τη φωνή και έλεγεν οίμοι, τι πέπονθα ο τάλας εγώ! Μίαν εντολήν παρέβην την του Δεσπότου, και των αγαθών παντοίων εστέρημαι. Παράδεισε αγιώτατε, ο διʹ εμέπεφυτευμένος, και δια την Εύαν κεκλεισμένος, ικέτευε τω σε ποιήσαντι, καμέ πλάσαντι, όπως των σων ανθέων πλησθήσωμαι. Διο και προς αυτόν ο Σωτήρ∙ το εμόν πλάσμα ου θέλω απολέσθαι, αλλά βούλομαι τούτο σώζεσθαι και εις επίγνωσιν αληΘείας ελθείν ότι τον ερχόμενον προς με, ου μη εκ βάλω έξω.







































