Στον ΕΦΗΜΕΡΙΟ πάλι του Απριλίου 2010 διαβάζουμε άρθρο του π. Παύλου Κουμαριανού με τίτλο: Το Βάπτισμα: Ποιμαντικά και λειτουργικά προβλήματα σήμερα(δ’), όπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε και τα εξής (οι τονισμοί με έντονα, δικοί μας):
To πρόβλημα αυτό έχει και σοβαρές δογματικές διαστάσεις. Η πίστη σε ένα Βάπτισμα είναι άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως. Το Βάπτισμα δίδεται μία και μόνη φορά στην ζωή του κάθε πιστού. Και επειδή αυτό ακριβώς αποτελεί θεμελιώδη και αρχαιότατη διδασκαλία της Εκκλησίας, γι’ αυτό η Εκκλησία ήταν πάντα φειδωλή και επιφυλακτική στην καθιέρωση κανόνων πού θα επέβαλαν επανάληψη Βαπτίσματος.
Ακόμη και αιρετικούς προσερχόμενους από αιρέσεις πού έθιγαν καίρια βασικά κεφάλαια της πίστεως (όπως π.χ. το Τριαδικό δόγμα) η Εκκλησία τούς απεδέχθη δια Χρίσματος μόνον, προφανώς επειδή είχε τηρηθεί λεκτικά ο ορθός τύπος του Βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδος παρά το γεγονός ότι η ορθή λεκτική διατύπωση συνδεόταν με μία αιρετική και ανορθόδοξη ερμηνεία! Τόση ήταν η φροντίδα της Εκκλησίας να τελεσθεί το Βάπτισμα μία και μόνο φορά στη ζωή ενός ανθρώπου!
Αυτό που καταλαβαίνουμε σαν πρώην αιρετικοί είναι πως το βάπτισμά μας από τους δαιμονόπληκτους πεντηκοστιανούς ήταν έγκυρο και εμείς κακώς αμφιβάλαμε! Και κακώς βεβαίως βαπτισθήκαμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, διότι σύμφωνα με τα γραφόμενα του π.Παυλου: είχε τηρηθεί λεκτικά ο ορθός τύπος του Βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδος (!!!)
Αυτό, πρακτικά τουλάχιστον σημαίνει πως οι φορείς δαιμονικών ψευτοχαρισμάτων πεντηκοστιανοί, επειδή ψιθύρισαν το «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» κατά την ‘βάπτιση’ αυτομάτως την καθιέρωσαν γνήσια! Παραβλέπουμε τον αποκρυφισμό του σκεπτικού αυτού και αναρωτιόμαστε αν ένας άθεος ή σατανιστής τηρήσει ‘λεκτικά’ τον τύπο, το βάπτισμα που θα τελέσει θα είναι έγκυρο; Ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε.
Μπράβο στον ΕΦΗΜΕΡΙΟ που συνεχίζει ακάθεκτος προς την αίρεση. Τους αφιερώνουμε το ακόλουθο κείμενο του Μεγάλου Αθανασίου ο οποίος θεωρούσε την ορθή πίστη ως απαραίτητη για την εκπλήρωση ενός γνησίου βαπτίσματος. Τα λόγια του περιεκτικά εκφράζουν την πατερική ομοφωνία:
«Διά τούτο γούν και ο Σωτήρ ουκ απλώς ενετείλατο βαπτίζειν, αλλά πρώτον φησι, Μαθητεύσατε είθ’ ούτω. Βαπτίζετε εις όνομα Πατρός, και Υιού, και αγίου Πνεύματος, ίν εκ της μαθήσεως η πίστις ορθή γένηται, και μετά πίστεως η του βαπτίσματος τελείωσις προστεθή. Πολλαί γουν και άλλαι αιρέσεις λέγουσαι τα ονόματα μόνον, μη φρονούσαι δε ορθώς, ως είρηται, μηδέ την πίστιν υγιαίνουσα έχουσαι, αλυσιτελές έχουσι και το παρ’ αυτών διδόμενον ύδωρ, λειπόμενον ευσεβεία ή λυτρούσθαι».









































Είναι αλήθεια, ότι ανά τους αιώνες, έχουμε διαφορετικές αποφάσεις, συχνά αλληλοσυγκρουόμενες, από την Εκκλησία, για το βάπτισμα των αιρετικών και δη των Λατίνων, εφαρμόζοντας πότε την ακρίβεια και πότε την οικονομία.
Είναι γνωστόν, ότι οι Λατίνοι έχουν χαρακτηρισθεί (εμμέσως) αιρετικοί από τη Σύνοδο του 879, μετά δε τη σύνοδο του Τριδέντου (1545-1563) έχει χαθεί πλέον εξ ολοκλήρου το κανονικό βάπτισμα στη Δύση και έχει αντικατασταθεί με ράντισμα ή επίχυση. Αυτό είχε ξεκινήσει με τον Πάπα Στέφανο Α΄ (253-257), ολοκληρώθηκε δε με την ανωτέρω Σύνοδο. Οι Αποστολικοί κανόνες (μς΄, μζ΄, ν΄, ξη΄), α΄ της Καρχηδόνος, ζ΄, η΄ της Λαοδίκειας, α΄, ε΄, κ΄, μζ΄ του Μ. Βασιλείου ενεργώντας «κατ’ ακρίβειαν» επιβάλουν τη βάπτιση κάθε αιρετικού αδιακρίτως. Αντίθετα, αργότερα, ο ζ΄ της Β΄ Οικουμενικής και ο ψε΄ της Πενθέκτης, εφαρμόζοντας «την οικονομίαν», άλλων αιρετικών επιβάλουν την βάπτιση και άλλων όχι, όταν αυτοί επιστρέφουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η οικονομία, καθώς είναι καρπός της ποιμαντικής και θεραπευτικής διακονίας της Εκκλησίας, εφαρμόστηκε για λόγους καιρικούς-ιστορικούς. Οι αιρετικοί ήταν τότε πολλοί στο πλήθος και πολιτικά ισχυροί (Πηδάλιο, σ. 53). Βέβαια, η οικονομία η οποία είναι πρόσκαιρη, ποτέ δεν μπορεί να καταστεί νόμος, ούτε να νομισθεί ως παράδειγμα.
Τι γίνεται όμως με τους Λατίνους; Ο άγιος Νικόδημος τους αναφέρει ως αιρετικούς, οι οποίοι πρέπει να βαπτίζονται, όταν προσέρχονται στην Ορθοδοξία, επικαλείται δε τη μαρτυρία του Εφέσου Μάρκου, Ιεροσολύμων Δοσιθέου, Κερνίτσης και Καλαβρύτων Ηλία Μηνιάτη και άλλων. Αλλά και ο Αθανάσιος Πάριος και ο Κ. Οικονόμος τους αποκαλούν αιρετικούς και όχι μόνο σχισματικούς, διότι αρκεί μόνο το Φιλιόκβε για να χαρακτηρισθούν αιρετικοί (Ιακ. 2. 10), αλλά και η Η΄ Οικουμενική έχει χαρακτηρίσει το Φιλιόκβε αίρεση.
Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα: παρότι είναι αιρετικοί οι Λατίνοι, είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί και σ’ αυτούς η περί Αρειανών κ.λπ. κατ’ οικονομίαν διάκριση της Β΄ και της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων και να γίνουν δεκτοί δίχως βάπτισμα και μόνο με λίβελο και χρίσμα; Οι Σύνοδοι αυτές δέχτηκαν τους αιρετικούς αυτούς χωρίς βάπτισμα, διότι η αίρεσή τους διέσωζε τη μορφή του αποστολικού βαπτίσματος, δηλ. των τριών καταδύσεων, το οποίον είναι κατά κυριολεξία βάπτισμα (βούτημα). Είναι όμως το βάπτισμα των Λατίνων αποστολικό βάπτισμα; Οι Δυτικοί ισχυρίζονται ότι είναι. Ο Κ. Οικονόμος όμως απαντά, ότι ούτε η επίχυση είναι ποτέ δυνατόν να θεωρηθεί βάπτισμα, ούτε πολύ περισσότερο ο ραντισμός. Η μεν πρώτη είναι «νεωτερισμός ακανόνιστος», ο δε δεύτερος «άγραφος», στερούμενος του χαρακτήρος του «κυρίου και αληθινού βαπτίσματος». Κατά τον άγιο Νικόδημο το βάπτισμα των Λατίνων είναι «ψευδώνυμο» (Πηδάλιο, σ. 55-56), κατέκρινε δε τους «λατινόφρονες» ή «αμίσθους δεφένσορες του Λατινικού ψευδοβαπτίσματος», ως τους ωνόμαζε. Οι Λατίνοι, αθετώντας με την καινοτομία τους αυτή την παράδοση της Εκκλησίας είναι, κατά την η΄ πράξη της Ζ΄ Οικουμενικής, «αναθεματιστέοι».
Παρ’ όλα αυτά, η Ορθόδοξη Εκκλησία στην τοπική Σύνοδο της Κων/πολης του 1484, με τη συμμετοχή όλων των Πατριαρχών της Ανατολής και παρ’ όλον ότι υπήρχε ακόμη η ένταση στις σχέσεις Ορθοδόξων και Λατίνων μετά τη Σύνοδο Φλωρεντίας (1439), αποφάσισε να εφαρμόσει στους Λατίνους τους κανόνες της Β΄ και Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων και να τους δέχεται με λίβελλο και Χρίσμα, συνέταξε δε και ειδική ακολουθία (Καρμίρη Ι. Τα Δογματικά….. σ. 981-989), οπότε οι περιπτώσεις βαπτίσματος ήταν εξαιρέσεις, που οφείλονταν «εις ατομική πρωτοβουλίαν» και «ουχί εις αυθεντικήν απόφασιν της Εκκλησίας».
Η απόφαση αυτή όμως της Συνόδου του 1484 ανετράπη επί Πατριάρχου Κυρίλλου Ε΄ το 1755 στη Σύνοδο της Κων/πολης, με τη συμμετοχή και των πατριαρχών Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, που την προσυπέγραψαν. Η απόφαση αυτή, η οποία είναι η τελευταία «επίσημη» απόφαση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επέβαλε το βάπτισμα των Λατίνων που επανέρχονται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας του 1621 στη Μόσχα αποφάσισε το βάπτισμα των Λατίνων, η Σύνοδος όμως του 1667 πάλι στη Μόσχα, όπου έλαβαν μέρος και οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, επικύρωσε την απόφαση του 1484 και δεχόταν τους Λατίνους με λίβελο και Χρίσμα. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Γ΄ σε ερώτημα του τσάρου Μ. Πέτρου το 1718 απαντά, ότι οι Λατίνοι γίνονται δεκτοί «δια μόνου χρίσματος».
Στο πρόβλημα του βαπτίσματος των Λατίνων, ο Εφέσου Μάρκος προτιμά την οικονομία, παρότι ακραιφνέστατος Ορθόδοξος στην πίστη, μαρτυρώντας «περί της καθολικής πράξεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας», ομολογεί ότι «χρίομεν τους εξ αυτών (δηλ. των Λατίνων) ημίν προσιόντας….. ως αιρετικούς όντας» (Καρμίρη Ι. Τα Δογματικά….. σ. 981), δηλ. εντάσσει τους Λατίνους ως αιρετικούς στην ομάδα των Αρειανών κ.λπ. της Β΄ Οικουμενικής, παρ’ όλον ότι γνωρίζει τον τύπον του ραντισμού, τον οποίον αποκηρύσσει. Έτσι, ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος εμφανίζεται αντίθετος προς τον Εφέσου Μάρκο, καθότι δέχεται το βάπτισμα των Λατίνων. Ο Δοσίθεος λοιπόν το κατ’ ακρίβειαν και ο Μάρκος το κατ’ οικονομίαν. Μήπως, η πολιτική απειλή από τη Δύση είχε σαν συνέπεια την εφαρμογή της οικονομίας στην Ανατολή και μήπως η χρήση της οικονομίας στην Ανατολή είχε ως αναγκαία δογματοκανονική προϋπόθεση την μέχρι και τον 18ο αιώνα ύπαρξη στη λειτουργική πράξη και του κανονικού βαπτίσματος στη Δύση, δηλ. το φόβο «δευτερώσεώς» του;
Η όλη λοιπόν ιστορία του βαπτίσματος των Λατίνων περνάει από πολλές φάσεις. Από τη φάση της ακρίβειας των Αποστολικών κανόνων, μετά την εφαρμογή των οποίων φαίνεται ότι εγίνοντο δεκτοί χωρίς βάπτισμα οι Λατίνοι, στο κατ’ οικονομίαν των Β΄ και Πενθέκτης Οικουμενικής, μετά την εφαρμογή των οποίων φαίνεται ότι γίνοντο Ορθόδοξοι σε πολλές περιπτώσεις Λατίνοι χωρίς βάπτισμα, στο κατ’ οικονομίαν της Συνόδου του 1484, μετά την οποίαν φαίνεται ότι γίνονταν σε πολλές περιπτώσεις δεκτοί Λατίνοι με βάπτισμα, στην ακρίβεια τελικά της Συνόδου του 1755. Ποια όμως είναι η πρακτική σήμερα; Τηρείται η απόφαση αυτή από τις Εκκλησίες; Δεν υπάρχει γενική γραμμή. Άλλες, όπως η Ρωσική Εκκλησία και η Κων/πολη δεν εφαρμόζουν την απόφαση αυτή. Άλλες, όπως η Ελλαδική Εκκλησία την εφαρμόζουν. Αυτή η διαφορετική στάση των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών ανάγκασε το 1875 το Οικουμενικό Πατριαρχείο να εκφράσει την ευχή «όπως δυνηθώσιν αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι συνελθείν επί το αυτό, (ίνα) τότε γενήσεται η ποθητή επίσημος συνεννόησις περί του ζητήματος τούτου». (Καρμίρη Ι. Τα Δογματικά….., σ. 978). Το σπουδαίο όμως στην υπόθεση αυτή είναι, ότι σ’ όλες αυτές τις παλινωδίες δεν δημιουργήθηκαν σχίσματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία εκ του γεγονότος αυτού.
ΙΚ
Εάν οι συμφωνούντες, κάποτε, με τον Άρειο κληρικοί δεν είχαν καθαιρεθεί από Σύνοδο, κάπως δικαιολογείται το κατ’ οικονομίαν.
Των παπικών ή των προτεσταντών το “Βάπτισμα”, όμως, πώς μπορεί να γίνει δεκτό, από τη στιγμή που ετελέσθη από ανθρώπους που δεν έχουν Ιερωσύνη;
Επειδή κάποιος Πατριάρχης (και όχι Πανορθόδοξη Σύνοδος) ονόμασε όσες ομάδες χρησιμοποιούν το όνομα του Χριστού “Εκκλησίες” -η λογική βάσει της οποίας αφού αυτό δηλώνεις, αυτό είσαι- και κάποιος άλλος Πατριάρχης (και όχι Πανορθόδοξη Σύνοδος) ήρε τα αναθέματα, σημαίνει ότι οι παπικοί αίφνης έγιναν… ιερείς; Μα τότε θα πρέπει να έγιναν ιερείς μετά θάνατον, αναδρομικά, και οι κεκοιμημένοι προκάτοχοί τους που τους είχαν “χειροτονήσει”…
Το “βάπτισμα” δια ραντισμού το δέχεται ο εφημέριος…