
Οι αιρετικοί της εαεπ βρίσκονται σε παροξυσμό μετά τη ΣΤΡΟΦΗ μέρους της αίρεσης προς την Πατερική Γραμματεία. Οι «παραδοσιακοί» βέβαια εμμένουν στις θέσεις τους να διαφωνούν και να επιθυμούν το νερό από την πηγή και όχι από λάκκους… Το «νέο» αίμα της αίρεσης προετοιμάζει τη σύναξη σιγά σιγά ώστε να δεχθεί, επιλεκτικά, μέρος των Αποστολικών Πατέρων. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο μόνος δρόμος για να βγει η αίρεση από τα αδιέξοδα που δημιούργησε η ερμηνεία της Γραφής από τους αυτόκλητους ποιμένες.
Η στροφή προς τους Πατέρες λοιπόν, η μόνη διέξοδος για να βγουν από την κρίση τους – μια κρίση που μεταφράζεται σε άδεια έδρανα των συνάξεών τους και με ομαδικές φυγές μελών στην επαρχία. Οι νέο-σπουδαγμένοι «ποιμένες- εργάτες» στη μελέτη των πατέρων χρησιμοποιούν τόνους blanco ώστε να ταιριάξουν τα κείμενα με τις απόψεις τους κόβοντας και ράβοντας ότι δεν «είναι καλό» για τους οπαδούς.

Έτσι έχουμε το κωμικό αποτέλεσμα να αραδιάζουν κείμενα του αγ. Ι.Χρυσοστόμου, για την …αγάπη λ.χ ή για την Εκκλησία και ταυτόχρονα να σβήνουν οποιαδήποτε διδασκαλία του αγίου περί Εικόνων, Ιεροσύνης, Θ.Ευχαριστίας κλπ. Την ίδια στιγμή χρησιμοποιούν κείμενα του αγ. Γρηγορίου του θεολόγου, ο οποίος όλοι γνωρίζουμε τι τράβηξε, για να χτυπήσουν την Εκκλησία, ξεχνώντας ότι ο άγιος ήταν Ιερέας αυτής της Εκκλησίας. Δεν θα μιλήσουμε για ΔΟΛΟ ή για ΠΡΟΘΕΣΗ, είναι πλέον γνωστές οι μεθοδείες της αίρεσης, αλλά μπορούμε να φρεσκάρουμε την (επιλεκτική) μνήμη των επίδοξων αιρεσιαρχών- «ποιμένων» της σύναξης, παραθέτοντας τις απόψεις των πατέρων για διάφορα θεολογικά θέματα που φέρνουν αλλεργία στους μελετητές του …blanco.

ΠΕΡΙ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ
Ο Κλήμης, επίσκοπος Ρώμης (†96), κάνει λόγο για «ιερείς» και «αρχιερείς» και συνδέει την πραγματικότητα της Εκκλησίας με την πραγματικότητα της αγίας Γραφής. «Και δώσω τούς αρχοντάς σου εν ειρήνη και τούς επισκόπους σου εν δικαιοσύνη» λέγει ο προφήτης (Ησ. ξ’ 17 κατά τους Ο‘). Ο Κλήμης αναφέρεται στον στίχο αυτό και υπογραμμίζει τις ιδιαίτερες λειτουργίες «του αρχιερέως», των «ιερέων» και των «λευιτών», δηλαδή των διακόνων (Κλήμ., Α’ Κορ. 40,5. 42,3-4. 44,1-4).
Ο άγιος Iγvάτιoς (†107) διακρίνει τούς τρεις βαθμούς της ιεροσύνης και υπογραμμίζει: «πάντες τω επισκόπω ακολουθείτε, ως Ιησούς Xριστός τω Πατρί, και τω πρεσβυτερίω ως τοις απoστόλoις τούς δε διακόνους εντρέπεσθε, ως Θεού εντολήν… εκείνη βεβαία ευχαριστία ηγείσθω, η υπό τον έπίσκοπον ούσα, η ω αν αυτός επιτρέψη» «Ο λάθρα επισκόπου τι πράσσων τω διαβόλω δουλεύει» (Iγv., Σμυρν. VIII, 1.9).
Ο άγιος Πολύκαρπος (†156) αναφέρει πώς η διδασκαλία του Iγνατίoυ είναι διδασκαλία της Εκκλησίας του πρώτου αιώνος (Πολυκ., Έπισr. πρός Φιλ. 13).
Ο Ηγήσιππος, πού έγραψε γύρω στο 180 μ.Χ. και διασώζει την απoστoλική παράδοση, δίνει την πληροφορία πώς η απoστoλική διαδοχή ήταν καθολικά παραδεκτή από την Εκκλησία (Ηγήσ., Απόσπ. 5, ΒΕΠ 5,85).
Το ίδιο υπογραμμίζει και ο Ειρηναίος (†202), ο οποίος προσθέτει πώς πρέπει να υπακούμε στους ιερείς της Εκκλησίας γιατί είναι διάδοχοι των αποστόλων και ότι με τη διαδοχή του επισκοπικού αξιώματος έλαβαν και το «βέβαιο χάρισμα της αληθείας» (Ειρην., Κατά αίρ. Γ’ 3,1. Δ’ 26,2. Έλεγχος ψευδ. γv. Γ’ 3,3).
Ο Ιππόλυτος (†235), μαθητής του Ειρηναίου, γράφει πώς ουσιαστική βοήθεια για να αποφευχθεί η πλάνη των αιρέσεων είναι «το εν τη Εκκλησία παραδοθέν Άγιον Πνεύμα, ου τυχόντες πρότεροι οι απόστoλoι μετέδοσαν τοις ορθώς πεπιστευκόσιν’ ων ημείς διάδοχοι τυγχάνοντες της τε αυτής χάριτος μετέχοντες αρχιερατείας τε και διδασκαλίας και φρουροί της Εκκλησίας λελογισμένοι ουκ οφθαλμώ νυστάζoμεν ουδέ λόγον ορθόν σιωπώμεν, αλλ’ ουδέ πάση ψυχή και σώματι εργαζόμενοι κάμνομεν…» (Ιππολ., Έλεγχος, πρόλ., ΒΕΠ 5,199).
Ο Ωριγένης (†253/254) υπογραμμίζει τη θεία προέλευση της ιεροσύνης στην Εκκλησία και προσθέτει πώς «οι λειτουργοί και ιερείς πρέπει να αναδέχονται τα αμαρτήματα του λαού» (Ωριγ., Εις Λευϊτ. Υ, 3).
Ο Κυπριανός (†258) αναφέρει πως οι επίσκοποι είναι «εκπρόσωποι και διάδοχοι των αποστόλων» και σ’ αυτούς αναφέρεται τώρα το «ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί, ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με» (Λουκ. ι’ 16)˙ «όλα τα σχίσματα και οι αιρέσεις πού υπήρξαν και θα υπάρξουν, προέρχονται από το ότι ορισμένοι άνθρωποι περιφρονούν με θρασύτητα τον ένα επίσκοπο, ο οποίος προΐσταται της Εκκλησίας» (Κυπρ., Έπιστ. 66, 4-5).
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας της εποχής του με ακόμη σκληρότερη γλώσσα: «Μανία γάρ περιφανής υπεροράν της τοιαύτης αρχής, ης άνευ ούτε σωτηρίας ημίν ούτε των επηγγελμένων τυχείν εστίν αγαθών», δηλαδή είναι τρέλα να περιφρονεί κανείς την ιεροσύνη, γιατί χωρίς την ιεροσύνη ούτε σωτηρία μπορεί να επιτευχθεί, ούτε τα αγαθά πού υποσχέθηκε ο Θεός μπορούμε να επιτύχουμε (Χρυσ., Περί ιερωσ., λόγ. Γ’ 5).
Κατά τον Γρηγόριο το Θεολόγο ο Θεός εμπιστεύθηκε στους ιερείς «τα μυστήρια, τα οποία ανυψώνουν προς τον ουρανό και αποτελούν το μεγαλύτερο και πολυτιμότερο πράγμα από όλα όσα διαθέτομε» (Λόγ. Β 4, Απολογία περί της φυγής).
ΠΕΡΙ ΑΓΙΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ
Το Μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου (†56) μας πληροφορεί πώς θεωρούνταν «τιμιότερα λίθων πολυτελών και δοκιμώτερα υπέρ χρυσίον» (Μαρτ. Πολυκ.18). Οι πιστοί συναθροίζονταν στους τάφους των μαρτύρων, για να τελέσουν τη θεία ευχαριστία και να γιορτάσουν τη μνήμη των αγίων. Αυτό μεταδόθηκε στη μετέπειτα εποχή, δεν υπάρχει μαρτυρία πού να μας πληροφορεί πώς η τιμή των αγίων λειψάνων δεν ήταν καθολικά αποδεκτή.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-390) υπογραμμίζει τα πολλά θαύματα πού γίνονταν με τα τίμια λείψανα του αγίου Κυπριανού, «όταν υπάρχει η πίστις», λέγει και προσθέτει πώς αυτό το γνωρίζουν «όσοι έλαβαν πείραν και έχουν μεταδώσει το θαύμα και εις ημάς και θα το παραδώσουν και εις το μέλλον» (Λόγος κδ’ 18, εις τον αγιον Κυπρ.).
Στον πρώτο στηλιτευτικό του λόγο κατά του Ιουλιανού, ο Γρηγόριος αναφέρει για τούς αγίους: «αυτών είναι αι μεγάλαι τιμαί και πανηγύρεις. Από αυτούς οι δαίμονες φυγαδεύονται και αι νόσοι θεραπεύονται.. αυτών τα σώματα μόνα έχουν την ιδίαν δύναμιν με τας αγίας ψυχάς των, είτε εφαπτόμενα είτε τιμώμενα. Αυτών και αι ρανίδες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους των ενεργούν όσα και τα σώματα» (Γρηγ. Θεολ, Λόγος δ’ 69).
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι ακόμη και ο αυτοκράτορας, «ο την αλουργίδα περικείμενος» σπεύδει να προσκυνήσει τούς τάφους των αγίων και «έστηκε δεόμενος των αγίων», δηλαδή προσεύχεται στους αγίους «ώστε αυτού προστήναι παρά τω Θεώ», για να σταθούν υπέρ αυτού ενώπιον του Θεού (Χρυσ., Ύπόμν. εις Β’ Κορ., Λόγ. κστ’ 5).
Ο ίδιος άγιος, εκφράζοντας την πίστη της Εκκλησίας προτρέπει: «επιχωρίαζε σηκοίς μαρτύρων, όπου σώματος υγεία και ψυχής ωφέλεια», δηλαδή να επισκέπτεσαι τους ναούς των μαρτύρων, όπου θα βρεις την υγεία του σώματος και την ωφελεία της ψυχής (Χρυσ., Ύπόμν. Εις Ματθ., Λόγ. λζ’ 7). Σε άλλη ομιλία προτρέπει τούς χριστιανούς να πηγαίνουν «εις ευκτηρίους οίκους, και προς τας των αγίων μαρτύρων θήκας», δηλαδή στους οίκους της προσευχής και στις λειψανοθήκες των αγίων, «ώστε αφού λάβω με την ευλογία των, να καταστήσομε τούς εαυτούς μας ακαταβλήτους εις τας παγίδας του διαβόλου» (Εις Γέν., ΌμιΛ. ιε’ 6). «Τα οστά των αγίων υποτάσσουν δαίμονας και βασανίζουν, και ελευθερώνουν όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά» (Χρυσ. Ύπόμν. Εις Β’ Κορ., Λόγ. κστ’ 5).
Ο άγιος Βασίλειος μας πληροφορεί πώς το τίμιο λείψανο της αγίας Ιουλίττας αγιάζει την πόλη και όσους προσέρχονται στον ναό, «η δε γη, η οποία με την εκδημία της μακαρίας εδέχθη τας ευλογίας, ανέβλυσεν από τα σπλάγχνα της αγίασμα πού είναι «εις τούς υγιείς φυλακτήριον και χορηγία τέρψεως» και στους αρρώστους «παρηγορία» (Μ. Βασ., όμιΛ. 2 εις την μάρτ. Ιουλ. 2).
ΠΕΡΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ
Ο άγιος Κυπριανός τονίζει πώς ο αμαρτωλός γίνεται πάλι δεκτός στην εκκλησιαστική κοινωνία, δηλαδή στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας «δια της επιθέσεως των χειρών του επισκόπου και του ιερατείου», αφού προηγουμένως εξομολογηθεί (Κυπρ. επιστ. 16,2), δεν επιτρέπει την θεία κοινωνία σε κανένα, «εάν προηγουμένως ο επίσκοπος και το ιερατείο δεν επιθέσουν την χείρα επάνω του» (επιστ. 18,2), η «άφεση», λέγει, πού έγινε «δια των ιερέων» είναι «αρεστή στον Κύριο» (De lapsis 29).
Ο Ωριγένης θεωρεί σαν φυσικό επακόλουθο, «σύμφωνα με την εικόνα εκείνου πού έδωσε την ιεροσύνη στην Εκκλησία, να αναδέχονται και οι λειτουργοί και ιερείς της Εκκλησίας τα αμαρτήματα του λαού και μιμούμενοι τον Διδάσκαλο, να παρέχουν στο λαό την άφεση των αμαρτιών»(Ώριγ., Εις Λευίτ., Όμιλ ν, 3).
Ο Μ. Βασίλειος αναφέρεται στην εξομολόγηση κατά την απoστoλική Εκκλησία (Πράξ. ιθ’ 18) και συμπεραίνει πώς «είναι ανάγκη να εξομολογούμεθα τα αμαρτήματα εις τούς εμπεπιστευμένoυς την οικονομίαν των μυστηρίων του Θεού» (Α’ Κορ. δ’ 1), επειδή και οι πρώτοι χριστιανοί «εξομολογούντο εις τούς αποστόλους, οι όποιοι και εβάπτιζον άπαντες» (Μ. Βασιλ, Όροι κατ’ επιτ. 288).
Ο άγιος Ιωάννης ο Xρυσόστoμoς αναφέρει για τούς ιερείς: «Ενώ κατοικούν και περιφέρονται ακόμη εις την γην, ανέλαβον την διεύθυνσιν ουρανίων υποθέσεων με εξουσίαν πού δεν έδωσεν ο Θεός ούτε εις τούς αγγέλους, ούτε εις τούς αρχαγγέλους. Δεν είπε πραγματικά προς τούς αγγέλους, [όσα δέσετε εις την γην, θα είναι δεμένα και εις τούς ουρανούς, και όσα λύσετε εις την γην, θα είναι λυμένα εις τους ουρανούς]… ο δεσμός όμως των ιερέων εγγίζει την ιδίαν την ψυχήν και διαβαίνει προς τούς ουρανούς, και όσα ενεργούν κάτω οι ιερείς, τα επικυρώνει άνω ο Θεός. Ο Δεσπότης εγκρίνει την απόφασιν των δούλων. Μήπως δεν τούς έδωσεν ολόκληρον την ουράνιον εξουσίαν; Τούς είπεν, όποιων τας αμαρτίας κρατήσετε, θα είναι κρατημέναι» (Χρυσ., Περί Ιερωσ. Λόγος γ’ 5).
ΠΕΡΙ ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΥ
Ο άγιος Ειρηναίος († 202), αναφέρει πώς ο Χριστός «ήλθε να σώσει δια του εαυτού τού όλους λέγω, όσοι δι’ αυτού αναγεννώνται εις Θεόν, βρέφη και παιδιά και νέους και γέρους. Γι’ αυτό ήλθε χάριν όλων των ηλικιών και έγινε βρέφος για τα βρέφη, αγιάζων τα βρέφη νήπιος μεταξύ των νηπίων, αγιάζων τούς έχοντας την ηλικίαν αυτήν…» (Ειρ.,MPL 7,784).
Ο Ωριγένης μας πληρoφoρεί για την πράξη της Εκκλησίας της εποχής του: «Τα παιδιά βαπτίζονται εις άφεσιν αμαρτημάτων… μήποτε επεί ουδείς καθαρός από ρύπου, τον ρύπον δε αποτίθεταί τις δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, δια τούτο και τα παιδιά βαπτίζονται» (Ύπόμν. εις Ρωμ. ε’ 9, βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος 3, σ. 114).
Ο Τερτυλλιανός, κάτω από αιρετικές επιδράσεις αντιτίθεται στην τότε πράξη της Εκκλησίας και αναφέρει: «Γιατί η αθώα ηλικία σπεύδει εις την άφεσιν των αμαρτιών; Επιθυμεί ίσως να συμπεριφερθεί σε πρόσκαιρα πράγματα με μεγαλύτερα προσοχή, και τα θεϊκά αγαθά να εμπιστευθεί σε κάποιον, στον όποιον δεν εμπιστεύεται ακόμη τα γήινα;» (Τερτυλ, Περί βαπτ. 18).
Ο άγιος Κυπριανός († 258), μας πληροφορεί ότι «δεν επιτρέπεται να αρνηθούμε σε κανένα άνθρωπο, πού γεννήθηκε, το έλεος και τη χάρη του Θεού. Διότι, αφού ο Κύριος λέγει στο ευαγγέλιό του πώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να Καταστρέψει τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά να τις σώσει (Λουκ. θ’ 56), δεν επιτρέπεται, καθόσον εξαρτάται από μας, να απολεσθεί καμία ψυχή. Διότι τι λείπει ακόμη σε αυτόν πού σχηματίσθηκε στην κοιλία της μητέρας του με το χέρι του Θεού;». «Εάν κάτι θα μπορούσε να εμποδίσει τούς ανθρώπους να λάβουν τη χάρη, τότε θα ήταν πιο πολύ για τούς ενήλικες και ηλικιωμένους και γέροντες εμπόδιο οι βαρύτερες αμαρτίες. Εάν όμως παρέχεται άφεση αμαρτιών ακόμη και σε πιο βαριά αμαρτωλούς και σε εκείνους πού προηγουμένως πολλαπλά αμάρτησαν εναντίον του Θεού και δεν αποκλείεται κανείς από το βάπτισμα και τη χάρη, εάν αργότερα επιστρέψει, πόσο λιγότερο επιτρέπεται το να εμποδίζει κανείς ένα παιδί, πού είναι νεογέννητο και δεν διέπραξε καμία αμαρτία, ,αλλά έχει υποστεί μόνο με την πρώτη γέννηση τη δραστικότητα του παλαιού θανάτου, επειδή κι αυτό, όπως και ο Αδάμ εγεννήθη κατά σάρκα! Έτσι μπορεί να φθάσει στην άφεση αμαρτιών γι’ αυτό το λόγο πιο εύκολα, επειδή δεν υπάρχουν για συγχώρηση προσωπικές αμαρτίες, αλλά μόνο ξένες αμαρτίες »(Κυπρ., Επιστ. πρός Φίντους (BKV 2,273. 275).
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να κατοχυρώσει τον νηπιοβαπτισμό αναφέρει την περιτομή, πού γινόταν την όγδοη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού (Γεν. ιζ’ 12) και την επάλειψη των θυρών με αίμα του αμνού (Έξοδ. ιβ’ 7) και υπογραμμίζει:
«Έχομεν αιτιολογίαν, την οκταήμερον περιτομήν, πού ήτο μιά τυπική σφραγίς και εδίδετο εις αυτούς, στους οποίους δεν είχεν αναπτυχθεί ακόμη το λογικόν. Ομοίως και η επάλειψις των φλιών των θυρών, η οποία εφύλαττε με τα αναίσθητα, τα πρωτότοκα» (Γρηγ. Θεολογ., Λόγος μ’ 28, ΕΠΕ 4,339).
«Έχεις νήπιον; μη δίδεις καιρόν εις την κακίαν, βάπτισέ το από την βρεφικήν ηλικίαν, αφιέρωσέ το εις το Πνεύμα από την ήλικίαν των μαλακών ονύχων» (Γρηγ. Θεολ. Λόγος , 17, ΕΠΕ 4,311).
ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ
Την τέλεση της θείας ευχαριστίας υπέρ των κεκοιμημένων μαρτυρούν ο Τερτυλλιανός (Περί στεφάνου τού στρατ. 3. Περί τού μοναδ. γάμου 10. Περί προσευχής 28), ο Κυπριανός (επιστ. 1,2) και οι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας.
Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, αναλύοντας τη θεία λειτουργία στους νεοφώτιστους, υπογραμμίζει ότι σ’ αυτήν μνημονεύουμε τούς «πατριάρχας, προφήτας, αποστόλους, μάρτυρας, δια να δεχτεί ο Θεός την δέησίν μας με τας ευχάς και τας πρεσβείας των. Ύστερα μνημονεύομεν και τούς προκεκοιμημένους αγίους πατέρας και επισκόπους, και πάντων απλώς των ημίν προκεκοιμημένων, πιστεύοντες ότι μεγίστη ωφέλεια «όνησις» θα γίνη εις τας ψυχάς, διά τας οποίας αναφέρεται η δέησις της αγίας και φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας» (Μυστ. κατήχ. Ε’ 9).
Με το ίδιο πνεύμα προσθέτει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Ας βοηθώμεν λοιπόν αυτούς και ας τελώμεν υπέρ αυτών μνημόσυνα. Διότι εάν τα παιδιά τού Ιώβ εκαθάριζεν η θυσία τού πατρός, διατί αμφιβάλλεις διά ,το ότι, εάν προσφέρωμε και ημείς υπέρ των απελθόντων, δίδεται εις αυτούς κάποια παρηγορία «παραμυθία τις » (Ιω. Χρυσοστ., Εις Α’ Κορ. Λόγ. ΜΑ 6).
Σχετικές συνδέσεις:
http://www.egolpion.com/A136DAE6.el.aspx
http://www.egolpion.com/EDA1F207.el.aspx
http://www.egolpion.com/F906807C.el.aspx
http://www.egolpion.com/ierosunh.el.aspx
http://www.egolpion.com/8D584F49.el.aspx