Ο Μ. Βασίλειος και η «άγραφος Παράδοσις»

31 07 2009

bible

Ήδη ο Ειρηναίος συνήθιζε να αναφέρεται στην «πίστιν» όπως είχε ληφθεί κατά την βάπτιση. Από τον Τερτυλλιανό και τον Κυπριανό χρησιμοποιήθηκαν λειτουργικά επιχειρήματα. Ο Μ. Αθανάσιος και οι Καππαδόκες χρησιμοποίησαν το ίδιο επιχείρημα. Στον Μ. Βασίλειο όμως βρίσκουμε την πλήρη ανάπτυξη αυτού του επιχειρήματος από την λειτουργική παράδοση. Κατά την πάλη του εναντίον των τελευταίων Αρειανών σχετικώς με τω Άγιο Πνεύμα, ο Μ. Βασίλειος στήριξε το κύριο επιχείρημά του στην ανάλυση δοξολογιών, όπως χρησιμοποιούντο στις Εκκλησίες. Η πραγματεία του Μ. Βασιλείου ‘Περί Αγίου Πνεύματος’ ήταν μία περιστατική μελέτη που εγράφη στο αποκορύφωμα ενός απέλπιδος αγώνος και αναφέρετε σε συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση. Αλλά εδώ ο Μ. Βασίλειος ασχολείτο με τις αρχές και μεθόδους της θεολογικής έρευνας. Στην πραγματεία του ο Μ. Βασίλειος συνεζήτει ένα συγκεκριμένο σημείο, — το κρίσιμο πράγματι σημείο του ορθού τριαδι­κού δόγματος, — την ομοτιμία του Αγίου Πνεύματος. Η κυρία του αναφορά ήταν εις μίαν λειτουργική μαρτυρία: την δοξολογία ενός ορισμένου τύπου («μετά του Πνεύματος»), που όπως ήταν σε θέση να αποδείξει, χρησιμοποιείτο ευρύτατα στις Εκκλησίες.

Βεβαίως η φράση δεν υπήρχε στην Αγ. Γραφή. Μαρτυρείτε μόνον στην παράδοση. Οι αντίπαλοί του όμως πλην της Γραφής ουδεμία άλλην αυθεντία παραδέχονταν.

Σε αυτήν ακριβώς την περίπτωσιν επεδίωξε να αποδείξει το νόμιμο μιας προσφυγής στην Παράδοση. Ήθελε να αποδείξει ότι η ομοτιμία του Πνεύματος, δηλαδή η θεότης του, ήταν πάντοτε πιστευτή στην Εκκλησία και αποτελούσε μέρος της βαπτισματικής ομολογίας της πίστεως. Πρά­γματι δε, όπως ορθώς παρατήρησε ο Benoit Pruche, ομότιμος ήταν για τον Μ. Βασίλειο ταυτόσημο με το ομοούσιος. Τίποτε το νέο δεν υπήρχε σε αυτή την αντίληψη περί Παραδόσεως εκτός της συνέπειας και της ακριβείας. Η φρασεολογία όμως ήταν μάλλον ιδιάζουσα. «Των εν τη Εκκλησία πεφυλαγμένων δογμάτων και κη­ρυγμάτων τα μεν εκ της εγγράφου διδασκαλίας έχομεν, τα δε εκ της των Αποστόλων παραδόσεως διαδοθένια ημίν εν μυστηρίω παρεδεξάμεθα· όπερ αμφότερα την αυτήν δε ισχύν έχει προς την ευσέβειαν» (Περί Αγ. Πνεύματος. 66).MegasBasileios_big

Eκ πρώτης όψεως ίσως σχηματίζει κανείς την εν­τύπωσαν ότι εδώ ο Μ. Βασίλειος εισάγει διπλή αυθεντία και διπλό κανόνα: την Αγ. Γραφή και την Παράδοση. Τούτο όμως ουδόλως στην πραγματικότητα είναι ορθό. Η απ’ αυτόν χρήσις των όρων είναι ιδιάζουσα. Γι’ αυτόν κηρύγματα ήταν ότι αργότερα συνήθως ονο­μάζονται «δόγματα» — επίσημες και αυθεντικές διδασκαλίες και αποφάσεις επί θεμάτων πίστεως. — η ελεύθερη και δημοσία διδασκαλία. Εξ άλλου, δόγματα ήταν δι’ αυτόν το όλο σύστημα των «άγραφων εθών» ή ίσως ολόκληρο το οικοδόμημα της λειτουργικής και μυστηριακής ζωής. Οφείλουμε να έχουμε υπ’ όψιν ότι η έννοια και ο όρος «δόγμα» δεν είχε την εποχή εκείνη ακόμη αποκρυσταλλωθεί, δεν ήταν ακόμη όρος με ακριβή και καθορισμένη σημασία.

Δεν πρέπει, εν πάση περιπτώσει να μας ξενίζει ο ισχυρισμός  του Μ. Βασιλείου ότι  τα δόγματα παρεδόθησαν από τους Αποστόλους «εν μυστηρίω». Θα αποτελούσε κατάφωρη παρερμηνεία εάν τούτο επεξηγείτο ως “κρυφίως». Η μόνη ακριβής απόδοσή του είναι «δια των μυστηρίων», δηλαδή με ιεροτελεστίας και (λειτουργικές) χρήσεις ή «συνήθειες». Πράγμα­τι δε, αυτό ακριβώς λέει και ο Μ. Βασίλειος: «Τα πλείστα των μυστικών αγράφως ημίν εμπολιτεύεται». Εδώ ο όρος «τα μυστικά» αναφέρεται στις ιεροτελεστίες του Βαπτίσματος και της θείας Ευχαριστίας, που για τον Μ. Βασίλειο είναι αποστολικής προελεύσεως. Ο Μ. Βασίλειος αναφέρει τους λόγους του ιδίου του αποστόλου Παύ­λου περί «Παραδόσεων», που παρέλαβαν οι πιστοί «είτε δια λόγου, είτε δι’ επιστολής» (Β’ Θεσ. 2. 15· Α’ Κορ. 11, 2).

Η εν λόγω δοξολογία είναι μία εκ των «Παραδόσεων» τούτων (71· πρβλ. επίσης 66: «οι τα περί τας Εκκλησίας εξαρχής διαθεσμοθετήσαντες Απόστολοι και Πατέρες, εν τω κεκρυμμένω και αφθέγκτω το σεμνόν τοις μυστηρίοις εφύλασσον»). Πράγματι, όλες οι σχετικές περιπτώσεις, που αναφέρονται από τον Μ. Βασίλειο, είναι τελετουργικής ή λειτουργικής φύσεως: η χρήση του σημείου του σταυρού κατά την τελετή της εισόδου των κατηχουμένων, η προς ανατολάς στροφή κατά την προσευχή, η συνήθεια της ορθοστασίας κατά την λατρεία της Κυρια­κής, η επίκληση κατά την θεία Ευχαριστία, ο αγιασμός του ελαίου και του ύδατος, η απόταξη του Σατανά και των δαιμόνων, η τριπλή εμβάπτιση κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος.

Υπάρχουν πολλά άλλα «άγραφα της Εκ­κλησίας μυστήρια» λέγει ο Μ. Βασίλειος (κεφ. 66 και 67). Δεν αναφέρονται αυτά στην Αγ. Γραφήν, είναι όμως άκρως αυθεντικά και μεγίστης σημασίας. Είναι απα­ραίτητα για την διατήρηση της ορθής πίστεως. Είναι αποτελεσματικά μέσα μαρτυρίας και επικοινωνίας. Κατά τον Μ. Βασίλειο προέρχονται «από της σιωπωμένης και μυ­στικής Παραδόσεως- εκ της αδημοσίευτου ταύτης και απορ­ρήτου διδασκαλίας». Η «σιωπωμένη» και «μυστική» αυτή Παράδοση, η «αδημοσίευτος», δεν αποτελεί δόγμα απόκρυφο προοριζόμενο αποκλειστικώς για ορισμένους εκλεκτούς. «Εκλεκτοί» ήσαν η Εκκλησία. Στην πραγματικό­τητα η Παράδοση που επικαλείται ο Μ. Βασίλειος είναι η λειτουργική άσκηση της Εκκλησίας.

Εδώ ο Μ. Βασίλειος αναφέρεται εις ότι τώρα ονομάζεται discipline arcani (πειθαρχία της μυστικότητος). Κατά τον τέταρτον αιώνα η «πειθαρχία» αυτή χρησιμοποιείτο ευρύτατα, επισήμως δε την επέβαλε η Εκκλησία και συνηγορούσε υπέρ αυτής. Εσχετίζετο με τον θεσμό των κατηχουμένων και είχε πρω­τίστως μορφωτικό και διδακτικό σκοπό. Εξ άλλου, όπως λέγει ο ίδιος ο Μ. Βασίλειος, ορισμένες «Παραδό­σεις» έπρεπε να τηρηθούν «άγραφοι» προς αποφυγήν βεβηλώσεώς των εις χείρας απίστων. Η παρατήρηση αυτή προφανώς αφορά τις ιεροτελεστίες. Στο σημείο αυτό ας υπομνησθεί ότι κατά τον τέταρτον αιώνα, το Σύμβολο της Πίστεως (όπως και η Κυριακή Προσευχή) ή­ταν μέρος αυτής της «Πειθαρχίας της μυστικότητος», δεν επιτρεπόταν δε να αποκαλυφθεί εις τους μη μεμυημένους. Το Σύμβολο της Πίστεως εφυλάσσετο δια τους μέλλοντας να βαπτισθούν, κατά το τελευταίο μόνο στάδιο της κα­τηχήσεώς των, αφού πλέον είχαν επισήμως επιλεγεί και εγκριθεί. Το Σύμβολο Πίστεως μετεδίδετο σ’ αυτούς από τον επίσκοπο προφορικώς  και αυτοί έπρεπε να το απαγ­γέλλουν από μνήμης ενώπιόν του· ήταν η τελετή της iradilio (μεταδόσεως) και redditio symboli (επαναλήψεως του Συμβόλου). Εις τους κατηχουμένους συνίστατο επιτακτικώς να μη κοινολογούν το Σύμβολο Πίστεως σε ξένους και να μη το γράφουν. Έπρεπε να είναι χαραγμένο στις καρδίας τους. Αρκεί να αναφέρουμε την Προκατήχηση του Κυρίλλου του Ιεροσολύμων (κεφ. 12 και 17).

Στη Δύση ο Ρουφίνος και ο Αυγουστίνος πίστευαν ότι ήταν απρεπές η γραφή του Συμβόλου επί χάρτου. Δια τον λόγο αυτό ο Σωζόμενος στην Ιστορία του δεν παρα­θέτει το κείμενο του Συμβόλου της Νικαίας, που μόνον οι μυημένοι και οι μυσταγωγοί δικαιούνται να ακούσουν και απαγγέλλουν (Εκκλ. Ιστορία 1, 20). Εντός λοιπόν αυτής της πραγματικότητας και εντός αυτού του ιστορικού πλαισίου πρέπει να εκτιμηθεί και να ερμηνευθεί το επιχείρη­μα του Μ. Βασιλείου. Ο Μ. Βασίλειος εντόνως υπογραμμίζει την σπουδαιότητα της βαπτισματικής ομολογίας, της πίστεως που περιελάμβανε επίσημη δέσμευση με την πίστη στην Αγία Τριάδα, Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα (67 και 26). Ήταν μία παράδοση που είχε φθά­σει εις χείρας των νεοφύτων «εν μυστηρίω» και όφειλε να τηρηθεί «σιωπωμένη». Θα κινδύνευε κανείς να κλονίσει «το στερέωμα της εις Χριστόν πίστεως» εάν η άγραφος αυτή Παράδοσις παρεμερίζοτο, ηγνοείτο και παρημελείτο (κεφ. 26). Η μόνη διαφορά μεταξύ δόγματος και κηρύ­γματος έγκειτο στον τρόπον μεταδόσεώς των: «το μεν (δόγμα) γαρ σιωπάται, τα δε κηρύγματα δημοσιεύονται».

Σκοπός τους όμως είναι ο αυτός: είναι φορείς της ίδιας πίστεως, έστω και κατά διαφορετικό τρόπο. Έτσι πλέον, η συγκεκριμένη αυτή συνήθεια δεν ήταν απλώς μία παράδοση των Πατέρων — μία τέτοια παράδοση «ουκ εξαρκεί». Στην πραγματικότητα, οι «Πατέρες» έλαβαν τας «αρχάς» των από τον «σκοπόν της Αγ. Γραφής» — «τω βουλήματι της Γραφής ηκολούθησαν, εκ των μαρτυριών… τας αρχάς λαβόντες». Τοιουτοτρόπως η «άγραφος παράδοση» στη λατρεία και τα σύμβολα δεν προσθέτει πραγματι­κά τίποτε στο περιεχόμενο της πίστεως της Αγ. Γρα­φής, αλλά μόνον καθιστά την πίστη αυτή  περισσότερο ευκρινή.

Η από τον Μ. Βασίλειον επίκληση της «άγραφου πα­ραδόσεως» ήταν πράγματι επίκληση εις την πίστη της Εκ­κλησίας, προς το «εκκλησιαστικό φρόνημα» (sensus catholicus). Έπρεπε να διασπάσει το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί από την πείσμονα και στενή αντίληψη του ψευδό-βιβλισμού των Αρειανών αντιπάλων του. Παρεδέχετο δε ότι χωρίς αυτόν τον «άγραφον» κανόνα της πίστεως ή­ταν αδύνατο να συλλάβει κανείς τον αληθή σκοπό και την διδασκαλία της Αγ. Γραφής. Ο Μ. Βασίλειος στην θεολογία του ήταν κατ’ εξοχήν βιβλικός. Γι’ αυτόν η Αγ. Γραφή ήταν το υπέρτατο δογματικό κριτήριο (Επιστ. 189. 3). Η ερμηνεία του ήταν σοβαρή και συγ­κρατημένη. Εν τούτοις η Αγ. Γραφή, αύτη καθ’ εαυτή αποτελεί μυστήριο, μυστήριο θείας οικονομίας και ανθρώπινης σωτηρίας. Υπήρχε ανεξιχνίαστο βάθος στην Αγ. Γραφή, δεδομένου ότι ήταν «θεόπνευστον» βιβλίο, προερχόμενον από το Άγιον Πνεύμα. Για τον λόγο αυτό η αληθής ερμηνεία πρέπει επίσης να είναι πνευ­ματική και προφητική. Το χάρισμα της πνευματικής δια­κρίσεως ήταν απαραίτητο δια την ορθή κατανόηση τού θείου λόγου. «Δει γαρ σχεδόν εκ της αυτής παρασκευής ωρμήσθαι τον τε κρίνοντα τους λόγους και τον συγγράφοντα… Εγώ δε ορώ, ότι και εν τοις λογίοις του Πνεύματος ου παντί εξήν επιβάλλειν τη εξετάσει των ειρημένων, αλλά τω έχοντι το πνεύμα της διακρίσεως» (Επιστ. 204. 5). To Πνεύμα χορηγείται στα μυστήρια της Εκκλησίας. Πρέπει να διαβάζουμε την Αγ. Γραφή υπό το φως της πίστεως και εντός της κοινότητας των πιστών. Για τον λόγο αυτό η Παράδοση, η παράδοση της πίστεως όπως έφθασε στα χέρια μας, ήταν για τον Μ. Βασίλειο οδηγός και σύντροφος απαραίτητος εις την μελέτη και ερμηνεία της Αγ. Γραφής.

ex

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΟΡΟΦΣΚΥ


Ενέργειες

Πληροφορίες