Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

8 07 2009

Γεωργίου Ι. Καραμάνη

pateres

Επειδή κάποιοι εκ των ημετέρων και μάλιστα πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι, επίσκοποι αλλά και ορθόδοξοι προκαθήμενοι ευαγγελίζονται, προωθούν, επιδιώκουν και κρίνουν ως επιβεβλημένη σήμερα μιαν υπέρβαση των Αγίων Πατέρων, με σκοπό την ομαλότερη προσέγγιση των ετεροδόξων αδελφών μας ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών (και όχι μόνον), αξιοπρόσεκτη είναι η απάντηση ενός προσηλύτου ορθοδόξου(όχι βέβαια δια των οικουμενιστικών διαλόγων – έχουν άραγε να μας επιδείξουν έστω και μία μεταστροφή στην Ορθοδοξία στα τόσα έτη συζητήσεων; – αλλά δια του ζώντος παραδείγματος στο πρόσωπο του π. Σεραφείμ Ρόουζ)  και μάλιστα ιερωμένου προς κάποιον προτεστάντη.

Σε ότι αφορά στην υπέρβαση καθαυτή, είναι γνωστό ότι υπερβαίνει κανείς κάτι το οποίο είναι ήδη ξεπερασμένο και πρέπει να παραμερισθεί ως περιττό ή πάλι κάτι το οποίο αποτελεί εμπόδιο προς συγκεκριμένη κατεύθυνση και ως τέτοιο οφείλουμε να το υπερκεράσουμε εάν θέλουμε να επιτύχουμε το σκοπό μας.

Για να μην έχουμε λοιπόν αυθαίρετες υπερβάσεις οι οποίες απολήγουν σε πτώσεις οδυνηρές  σε βάραθρα με αλγεινά  κατάγματα, τίθεται εκ προοιμίου το εύλογο ερώτημα: η προτεινόμενη υπέρβαση των Πατέρων επιζητείται για να τους ξεφορτωθούμε ως κάτι το άχρηστο και επαχθές για τη μεταμοδέρνα μας θεολογική πορεία ή μήπως για να πάψουν να μας είναι  ένα εμπόδιο σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία προσέγγισης με τους αλλοτρίους τη πίστη;

Αν – ο μη γένοιτο – ισχύει κάτι από τα δύο αυτά, τότε προκύπτει πλέον για τον κάθε ορθόδοξο πιστό αλλά και για σύνολη την Εκκλησία η απορία:  οι πιστοί εκείνοι που ακολούθησαν το παράδειγμα των Αγίων Πατέρων ,δίχως να τους έχουν υπερβεί, έκαναν λάθος; Οι πρόγονοί μας στην πίστη τέτοιων Πατέρων, «επέτυχαν άραγε των επαγγελιών»; Ποιοι από τους δύο κάνουν λάθος, εμείς που υπερβαίνουμε τους Πατέρες ή οι πρόγονοί μας που αμέλησαν να τους υπερβούν; Ένα τέτοιο λάθος δεν έχει τάχα επουσιώδεις και ζωτικής σημασίας επιπτώσεις για τη σωτηρία του προσώπου μας εν Χριστώ;

Μήπως πάλι, η υπέρβαση ή όχι των Πατέρων είναι κάτι το αδιάφορο για τον τελικό σκοπό της σωτηρίας; Αν ισχύει μια τέτοια σχετικοποίηση των Πατέρων, τότε γιατί τόση εμμονή και επιμονή σε μια  τέτοια σχετική υπέρβαση; Από την άλλη, μπορούμε τάχα με τόση ευχέρεια να σχετικοποιούμε  πρόσωπα και αξίες που η ορθόδοξη συνείδηση (θεολογική αναφορά των ιδίων των Πατέρων στους προγενέστερους Πατέρες τους) ανά τους αιώνες αλλά και η αγιοπνευματική εμπειρία (θαυματουργική επικύρωση των Αγίων δια των ιερών τους Λειψάνων) έχουν καθορίσει ως μέτρα πνευματικής προόδου και ασφαλείς οδοδείκτες στην πάλη μας «ου προς αίμα και σάρκα αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις»(Εφ. 6,12);

Κάνοντας ένα ακόμη πιο τολμηρό δρασκέλισμα στο προβληματισμό μας αυτό θέτουμε ακόμα ένα ερώτημα, πρώτιστα στον εαυτό μας: ακόμα και αν υποτεθεί ή αποδειχθεί ότι την επιχειρούμενη υπέρβαση έπρεπε να την είχαν κάνει οι πρόγονοί μας και ερχόμαστε εμείς σήμερα να καλύψουμε το κενό αυτό εκπληρώνοντας τη παράλειψη εκείνων, τίθεται το ερώτημα αν  ο επιδιωκόμενος σκοπός αξίζει μιαν υπέρβαση τέτοιων διαστάσεων και οντολογικών συνεπειών. Υπερβαίνοντας δηλαδή εμείς τους Πατέρες μας θα επιτύχουμε – εξασφαλίσουμε τη σωτηρία των «αγαπητών» μας ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών;

Εφόσον κάθε υπέρβαση αυθυπονοεί τη διαφοροποίηση του υπερβαίνοντος από το υπερβαινόμενον, τότε αυτό σημαίνει πως αυτό που εμπόδιζε επί τόσους αιώνες τους άλλους από το να μας  προσεγγίσουν ήταν οι Άγιοι Πατέρες. Και γιατί τάχα να σκοντάφτουν τόσο οι ετερόδοξοι επάνω στους Αγίους Πατέρες; Γιατί τούς είναι  τόσο πολύ ενοχλητικοί;  Πώς μπορούμε όμως εμείς να υπερβούμε τους Πατέρες και να διατηρήσουμε παράλληλα την ορθόδοξη ταυτότητά μας; Αν κάνουμε την υπέρβαση δεν θα γίνουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που είμαστε τώρα; Και τελικά, αν αυτό που είμαστε τώρα μας σώζει, πώς θα μας σώσει το διαφορετικό στο οποίο θα μεταλλαχθούμε; Μήπως η σωτηρία την οποίαν αποκαραδοκούμε ως τώρα δεν είναι ολοκληρωτική αλλά ελλιπής και την εγκαταλείπουμε για να μεταβούμε σε κάποιαν άλλη εξελιγμένη μορφή – «συνεταιρικής μετά των ετεροδόξων» -σωτηριολογικής μεθόδου η οποία είναι πληρέστερη;

Βλέπει κανείς απ’ όλα τα προηγούμενα ότι και μόνη η σκέψη της υπέρβασης γεννά μια ατέρμονη σειρά από ερωτήματα τα οποία απολήγουν αναγκαστικά στην αυτοαναίρεσή μας και μας οδηγούν στο να διακυβεύουμε το μείζον ζήτημα της σωτηρίας μας. Θα προσεγγίσουμε δηλαδή τους άλλους – ίσως και θα ενωθούμε μαζί τους – αλλά θα χαθούμε αμφότεροι αφού, αντί να προσθέσουν εκείνοι τα όσα τους λείπουν λαμβάνοντάς τα από το πνευματικό μας  θησαυρό, ξηλώνουμε εμείς όσα κι εκείνοι απεμπόλησαν για να καταλήξουν στη σημερινή τους κατάντια.  Προτιμητέον δηλαδή το εφήμερον από του αιωνίου! Φίλη η αλήθεια αλλά φίλτατος ο Πλάτων! Εδώ αρμόζει απόλυτα ο λόγος του Κυρίου: «τίνι ουν ομοιώσω τους ανθρώπους της γενεάς ταύτης, και τίνι εισίν όμοιοι;» (Λκ. 7,31).

Και επί πάσι τούτοις, υπερ – βαίνει κανείς κάτι το οποίο βρίσκεται πιο ψηλά, κάτι ανώτερό του. Για να υπερβούμε λοιπόν τους Αγίους Πατέρες θα πρέπει τουλάχιστον να έχουμε φτάσει – ατομικά και όχι υπό την έννοια της αφηρημένης συλλογικότητος – στα δικά τους επίπεδα πνευματικής ωριμότητας γιατί αυτό που τους εξασφάλιζε από κάθε παρέκκλιση σε θέματα ορθής πίστεως και αληθούς σωτηρίας δεν ήταν διόλου η ακαδημαϊκή τους κατάρτιση (την οποία άλλωστε είχαν συνήθως ως γνωσιολογικό  υπόβαθρό τους και όλοι οι μεγάλοι αιρετικοί μέσα στην ιστορία της Ορθοδοξίας) αλλά πρώτιστα το ασκητικώς βεβαιωμένο εμπειρικό γεγονός της Θείας Χάριτος ως δωρεάς του Υψίστου και όχι ως επιτεύγματος διαλογισμών ματαίων και ενθυμήσεων πονηρών. Εξάλλου, είναι οι ίδιοι οι θεοφόροι Πατέρες που καλούν τον καθένα από εμάς να τους υπερβεί, όχι βεβαίως για να τους καταργήσει ή να τους τροποποιήσει κατά το δοκούν αλλά για να καταστεί (δια του παραδείγματος αυτών) τελειότερος εκείνων στη Βασιλεία των Ουρανών. Μονάχα μια τέτοιου είδους υπέρβαση Πατέρων μπορεί να γίνει δεκτή μέσα στην Ορθόδοξη αγιοπατερική Παράδοση και από παραδείγματα τέτοιων επαινετών υπερβάσεων είναι γεμάτοι οι Βίοι των Αγίων μας.

Εάν τα έσχατα αποτελούν οντολογικό τμήμα του ορθοδόξου εαυτού μας το οποίο εισχωρεί στο μέλλον, τότε το κομμάτι του εαυτού μας που βυθίζεται στο παρελθόν σαν άλλος ομφάλιος λώρος που μας συνδέει με τη ζωτική μήτρα είναι αυτοί οι Άγιοι Πατέρες. Γράφει σχετικά ο π. Αλέξιος Γιαγκ:

Αγαπητέ μου φίλε,

Μου έθεσες ένα πολύ καλό ερώτημα: «Ποιοι είναι αυτοί οι Άγιοι Πατέρες για τους οποίους μιλάτε συνεχώς εσείς οι Ορθόδοξοι και γιατί σας είναι τόσο σημαντικοί; Μήπως δεν είναι αρκετό να έχετε μονάχα την Αγία Γραφή;»

Πρώτ΄ απ’ όλα θα πρέπει να σου πω ότι οι Άγιοι Πατέρες δεν είναι μονάχα σήμερα σημαντικοί για τους Ορθοδόξους αλλά ήταν τέτοιοι από την αρχή. Σε όλη τη διάρκεια της μεγάλης και ενδόξου περιόδου των Συνόδων της Εκκλησίας(4ος – 8ος αι.) οι αποφάσεις των Συνόδων αυτών αρχίζουν με τα εξής σπουδαία λόγια: «Επόμενοι τοις αγίοις πατράσι…..».

Νομίζω πως θα παρατηρήσεις κι εσύ ότι αυτοί οι ίδιοι Άγιοι Πατέρες είναι σημαντικοί ακόμη και για σένα, μολονότι δεν είσαι ορθόδοξος, αφού όποιος αγαπά το Χριστό, αγαπά κατά συνέπεια και όλους εκείνους οι οποίοι Τον γνωρίζουν και Τον εγνώριζαν προσωπικώς, αυτούς που τον αποκάλυψαν στους υπολοίπους.

Έτσι, ο Άγιος Πατήρ είναι πριν απ’ όλα μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας και άγιος – δηλ. βαπτισμένος, πιστός, φημισμένος για την αγιότητα και την μεγάλη αρετή του βίου του ο οποίος βρίσκεται τώρα στους Ουρανούς μαζί με το Χριστό. Δεύτερον, ο Άγιος Πατήρ είναι ο άνθρωπος που μας διδάσκει στην Πίστη και είναι ο ερμηνευτής της Αγίας Γραφής. Μαρτυρεί και για τα δύο με τη βιοτή και τα συγγράμματά του, όντας φωτισμένος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Επίσης, ο Άγιος Πατήρ δεν είναι αυτόκλητος, είναι εκλεγμένος από Θεού και φανερωμένος στη συλλογική συνείδηση ολοκλήρου του Σώματος του Χριστού ως άνθρωπος ο οποίος ομίλησε αληθώς περί των θείων ζητημάτων. Τέλος, οι λόγοι του θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τη διδασκαλία του Αγίου Πνεύματος και των Αποστόλων αφού δεν μπορεί να διδάσκει διαφορετικά από όσα πάντοτε πιστεύαμε κα σκεπτόμασταν μέσα στην Εκκλησία. Οφείλει δηλαδή να παραδώσει με ακρίβεια αυτό το οποίο παρέλαβε.

Εξαιτίας του ότι πολλοί άνθρωποι θεωρούν πως η Εκκλησία του Χριστού έχει κατά μίαν έννοιαν «εκπνεύσει» ή ακόμη πως έχει εκπέσει σε αποκλίσεις κατά τους περασμένους αιώνες, όπως πιστεύουν πολλοί προτεστάντες, [ωσάν να είναι κάτι τέτοιο δυνατό τη στιγμή που ο Ίδιος ο Χριστός το υποσχέθηκε πως θα μείνει μαζί με την Εκκλησία Του: «πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Μτ. 28,20)], θα ήθελα να κάνω μαζί σου μια σύντομη αναδρομή στην πρώιμη ιστορία της Εκκλησίας όπως αυτή φαίνεται στους Βίους και τα συγγράμματα των Αγίων Πατέρων, από τον καιρό των Αποστόλων μέχρι το 200 μ.Χ., για τρεις περίπου γενεές.

Εύκολα μπορείς να επιβεβαιώσεις πως τα όσα γράφω εγώ δεν είναι κάτι που το εφηύρα ο ίδιος αφού τις πληροφορίες αυτές μπορεί κανείς να τις βρει σε καλά τεκμηριωμένη μορφή, σε οποιαδήποτε μεγάλη βιβλιοθήκη. Στην ουσία, σε παρακαλώ να μην με ακολουθείς κατά γράμμα στο ζήτημα αυτό. Ερεύνησε και μόνος σου, κατάβαλε κόπο και προσπάθεια για να πληροφορηθείς για κάτι το οποίο αφορά στην ίδια σου τη σωτηρία.

Στην προς Φιλιππησίους επιστολή του ο Απ. Παύλος μνημονεύει κάποιον «συνεργό» του με το όνομα Κλήμης (Φιλιπ. 4,3). Θα εκπλαγείς ίσως από το ότι και η ιστορία γνωρίζει τον άνθρωπο αυτόν: μία από τις επιστολές του σε μορφή χειρογράφου  φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο! Είναι γνωστός ως ο Άγιος  Κλήμης Ρώμης ο οποίος μαρτύρησε κατά το 97 η 98 μ.Χ. αμέσως μετά τη λήξη του διωγμού του Δομετιανού κατά της Εκκλησίας του Χριστού. Η επιστολή του αποτελεί μια μεγαλειώδη μαρτυρία  για το ζήτημα της Αποστολικής Διαδοχής στην πρώιμη Εκκλησία:

«Οι Απόστολοι έλαβαν το Ευαγγέλιο για λογαριασμό μας από τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστόν. Ο Ιησούς Χριστός ήταν απεσταλμένος παρά Θεού. Έτσι λοιπόν, ο Χριστός είναι από Θεού και οι Απόστολοι από του Χριστού. Αυτό σημαίνει πως όλα τα πράγματα έγιναν δια του Θείου Θελήματος και με καθορισμένη τάξη. Αφού έλαβαν λοιπόν την ευθύνη αυτή…ξεκίνησαν με το Χαρμόσυνο Μήνυμα….Κηρύττοντας στη συνέχεια σε ύπαιθρο και πόλεις τοποθέτησαν τους πρώτους καρπούς τους, αφού τους στερέωσαν στο Άγιο Πνεύμα, για να είναι επίσκοποι και διάκονοι όλων εκείνων οι οποίοι είχαν πιστέψει. Τοποθέτησαν δικούς τους ανθρώπους εξασφαλίζοντας επίσης το αδιάλειπτο ώστε όταν εκείνοι πεθάνουν κάποιοι άλλοι τοποθετημένοι άνθρωποι να συνεχίσουν την ιερατική τους διακονία».

Αναφορικά με την ανάγκη της υπακοής στους διαδόχους των Αποστόλων λέει τα ακόλουθα: «Αν όμως κάποια πρόσωπα επιδείξουν απείθεια στους λόγους που είπε Εκείνος μέσω ημών, ας το γνωρίζουν πως θα σπρώξουν τον εαυτό τους σε όχι μικρή παράβαση και κίνδυνο».

Ένας άλλος αρχαίος Πατήρ της Εκκλησίας, μαθητής του Αγίου Αποστόλου Ιωάννου είναι ο Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας  ο οποίος μαρτύρησε ο 109 μ.Χ. Πρόκειται για το παιδίον που αναφέρει το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο πως ο Κύριός μας πήρε στα χέρια  Του. Έχουν σωθεί επτά από τις επιστολές του στις οποίες απευθύνει νουθεσίες προς τους Χριστιανούς διαφόρων πόλεων. Δεν ομιλεί μόνο προς επισκόπους αλλά και προς πρεσβυτέρους και διακόνους  αναλύοντας τι σημαίνει η κοινωνία εντός της Εκκλησίας:

«Γιατί, καθώς είναι πολλοί εκείνοι ανάμεσα στους επισκόπους οι οποίοι είναι από Θεού και Ιησού Χριστού, έτσι και πολλοί οι οποίοι θα μετανοήσουν και θα εισέλθουν στην ενότητα της Εκκλησίας θα είναι επίσης του Θεού έτσι ώστε να μπορούν να ζήσουν και μαζί με τον Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό λοιπόν να γρηγορείτε και να ακολουθείτε τη μία Ευχαριστία επειδή υπάρχει ένα Σώμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ένα Ποτήριον της ενότητος  εν τω Αίματι Εκείνου. Υπάρχει ένα Θυσιαστήριον και ένας τοπικός επίσκοπος μαζί με τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους».

Τέλος, θα μνημονεύσω και τον Άγιο Ειρηναίο Λυώνος ο οποίος εκοιμήθη το 202 μ.Χ. Ήταν μαθητής του Αγίου Πολυκάρπου ο οποίος πάλι διετέλεσε μαθητής του Αγίου Αποστόλου Ιωάννου. Εδώ μπορείς να δεις ζωντανή τη συνέχεια της πίστεως. Στο τέλος του βίου του ο Άγιος Πολύκαρπος ήταν ο μόνος επιζών της εποχής των Αποστόλων, ο τελευταίος άνθρωπος που είχε γνωρίσει προσωπικά τους Αποστόλους. Για το λόγο αυτό έχαιρε μεγάλου σεβασμού και τιμής «και πολλοί μαθητές συνωστίζονταν γύρω του για να ακούσουν από τα χείλη του τον ζωντανό απόηχο της διδαχής των Αποστόλων» όπως μαθαίνουμε από το βίο του.

Οι τρεις γενεές των αρχαίων Αγίων Πατέρων τους οποίους σου περιέγραψα εν συντομία μας έφεραν στη δύση του 3ου αι. με 170 έτη εκκλησιαστικού βίου από την Ανάληψη του Χριστού το 33μ.Χ.  μέχρι το θάνατο του Αγίου Ειρηναίου το 202μ.Χ.

Μπορείς και ο ίδιος να δεις ότι ο καθένας από τους Αγίους αυτούς Πατέρες είχε επίγνωση της ζώσας σχέσης του με τους Αποστόλους και με τη διδασκαλία που έλαβε από εκείνους. Προσεύχομαι ώστε κι εσύ κάποια μέρα να φωτιστείς  από το Φως του Χριστού και φθάσεις σε μια πληρέστερη γνώση και κατανόηση αυτών των πραγμάτων.

Μετά της εν Χριστώ εκτιμήσεως
π. Αλέξιος Γιαγκ

Το παραπάνω  κείμενο του π. Αλεξίου το οποίο μας ώθησε στο να καταγράψουμε τους παραπάνω προβληματισμούς βρίσκεται στο δικτυακό τόπο

http://www.pravoslavni-odgovor.com/Crkva_Hristova/Crkva_Hristova.htm

Όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς, εδώ ο π. Αλέξιος προσεγγίζει έναν προτεστάντη όχι βέβαια δια της υπερβάσεως των Αγίων Πατέρων αλλά αντιθέτως δια της προβολής του χριστομιμήτου παραδείγματός των και δια της αναδείξεως της εξεχούσης θέσεώς τους στο ορθόδοξο θεολογικό στερέωμα. Όχι με σκοπό την επί ίσοις όροις συνύπαρξη με τους ετεροδόξους αλλά την ευχή και ελπίδα να βρει ο άνθρωπος αυτός την αληθινή σωτηρία όπως την διέσωσαν οι Άγιοι Πατέρες.

Θα μπορούσε να ξοδέψει κανείς λίτρα ολόκληρα από μελάνη για να αποδείξει τα αυτονόητα (σε τέτοια κατάντια μας έφερε ο ακολουθούμενος σήμερα τρόπος προσέγγισης των Οικουμενι(στι)κών Διαλόγων ώστε αντί να προκαλέσουμε στους αλλοδόξους και ετεροδόξους την υγιή κρίση ταυτότητος για να αντιληφθούν τα ελλείμματά τους, νοσήσαμε οι ίδιοι από τέτοια κρίση ταυτοπροσωπίας  «εντοπίζοντας» εκ των υστέρων «αγγυλώσεις» και «υστερήματα» στα συγγράμματα και τα βιώματα των Αγίων Πατέρων) αλλά αρκεί το αίμα που έχυσαν οι ίδιοι οι Πατέρες μη ανεχόμενοι να υπερβούν στο ελάχιστο τους προ αυτών Πατέρες. Όποιος –και από τους ετεροδόξους – επιθυμεί πραγματικά την αλήθεια που ελευθερώνει (Ιω. 8,32) και πιστεύει στην ακεραιότητα της αληθείας δεν τολμά να ζητά την υπέρβασή της. Να υπερβείς την αλήθεια για να φτάσεις άραγε πού;


Ενέργειες

Πληροφορίες

Γράψτε ένα σχόλιο