To άρθρο που ακολουθεί αποτελεί απάντηση σε μια επίθεση που έκανε μία φονταμενταλίστρια προτεστάντις περιοδεύουσα ιεραπόστολος η οποία κατάγγειλε τον πολιτισμό, την τέχνη και την πνευματικότητα της Αλάσκας ως δαιμονικά, εθνικά, ειδωλολατρικά και κακά. Ζητήθηκε από τον ορθόδοξο πρωθιερέα Μιχαήλ Ολέκσα, εφημέριο στην πρωτεύουσα Juneau, να παρουσιάσει επ’ αυτού στην κρατική τηλεόραση μια διαφορετική άποψη και ιστορική προοπτική. Αργότερα ο ίδιος δημοσίευσε το άρθρο αυτό στην τοπική εφημερίδα.
Η Εκκλησία συμμετέχει στη χαρά που αισθάνεται ο Θεός για το σύμπαν που εδημιούργησε σε κάθε ακολουθία αγιασμού και δοξολογίας που τελεί. Ο πιστός επικοινωνεί με το Δημιουργό μέσω του υλικού κόσμου, γιατί η συνταγή για ψωμί και κρασί περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από αλεύρι, προζύμι, νερό, σταφύλια και ζάχαρη. Για να παραχθούν αυτά, ο ήλιος πρέπει να ανατείλει, η βροχή να πέσει, τα στοιχεία της φύσεως να είναι ευνοϊκά, και αυτή η γη να είναι γόνιμη. Στη θεία Λειτουργία η Εκκλησία προσφέρει τα «πάντα» στον Θεό.
Η προς Εφεσίους επιστολή 5.20 προτρέπει τους πιστούς να είναι «ευχαριστούντες πάντοτε υπέρ πάντων εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τω Θεώ και Πατρί» Ο Απόστολος Παύλος προχωρεί περισσότερο στην προς Φιλιππησίους επιστολή 4,8. Διδάσκει ότι οι Χριστιανοί πρέπει να σκέπτονται «όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα, ει τις αρετή και ει τις έπαινος». Με αυτό το πνεύμα οι Χριστιανοί μπορούν να απολαμβάνουν οτιδήποτε οι άλλοι, κατά την αναζήτηση τους για αλήθεια και αγαθότητα, εδημιούργησαν για να εκφράσουν την εμπειρία τους για το ωραίο. Να καταστρέφεις έργα τέχνης παραβιάζει αυτή τη βιβλική εντολή.
Πολύ συχνά μελετώντας την Αγία Γραφή σε αγγλική μετάφραση αντί για το ελληνικό πρωτότυπο, οι Χριστιανοί παρερμηνεύουν αυτό, που διδάσκει η Βίβλος, ή χάνουν κάτι από τον αρχικό της πλούτο. Το χωρίο από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο 3.16, που εκατομμύρια πιστοί ξέρουν από στήθους, είναι περίφημο: «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν…». Αλλά ο Ευαγγελιστής και συγγραφέας αυτού του Ευαγγελίου μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει δύο διαφορετικές ελληνικές λέξεις αντί του «κόσμος», θα μπορούσε να έχει γράψει «οικουμένη», που σημαίνει την κατοικούμενη γη, δηλαδή όλους τους ανθρώπους του κόσμου, και οι περισσότεροι αναγνώστες θα υπέθεταν ότι, στην πραγματικότητα, αύτη τη λέξη εχρησιμοποίησε. Υπάρχει όμως και μία άλλη λέξις, η λέξις -κόσμος-, το σύμπαν όλης της δημιουργίας και αύτη είναι η λέξη που εχρησιμοποίησε ο Απόστολος Ιωάννης. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον…». Ο Θεός δεν εδημιούργησε μόνον, αλλά εξακολουθεί να αγαπά το σύμπαν, κάθε γαλαξία και κάθε άτομο σε αυτό, και θέλει να είναι ευλογημένο, αγιασμένο, όπως ήταν στην αρχή, σε μια αποκατεστημένη αρμονία.

Τότε ανευρίσκεται μία «οικολογική» διάσταση στο Χριστιανισμό που οι παλαιότεροι Χριστιανοί γνώριζαν, καταλάβαιναν και με την οποία ζούσαν. Γνώριζαν ότι ο κόσμος είναι ένας Ιερός χώρος μολυσμένος, που τον έχουν εκμεταλλευθεί, κόσμος κηλιδωμένος από την ανθρώπινη πλεονεξία και αμαρτία, αλλά ταυτόχρονα, άξιος σεβασμού, γιατί είναι το έργο όπως επίσης και το αντικείμενο της αγάπης του Θεού. Από τον 15ο αιώνα η Δυτική χριστιανοσύνη συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της για τη σωτηρία σχεδόν αποκλειστικά στο Θεό της δικαιοσύνης σε όρους της Παλαιάς Διαθήκης. Αντιλήφθηκαν την «σωτηρία» στη διατήρηση μιας σωστής σχέσης με το Γιαχβέ, και ετόνισαν ότι ο τρόπος με τον οποίο το πετυχαίνει κανείς αυτό είναι να δεχτεί το Χριστό ως Σωτήρα. Εντούτοις με τον υπερτονισμό ενός θέματος του Ευαγγελίου υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να παραθεωρήσει κανείς άλλες σημαντικές πλευρές της Χριστιανικής θρησκευτικής παραδόσεως. Ακριβώς επί πέντε αιώνες η πιο έκδηλη αδιαφορία ήταν σχετικά με τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης για τη «φύση».
Οι ιθαγενείς Χριστιανοί της Βόρειας Αμερικής, που μεταστράφηκαν στο Ευαγγέλιο πρόσφατα, γίνονται μέλη της Εκκλησίας με μεγάλο σεβασμό για την πνευματική σπουδαιότητα του φυσικού κόσμου. Αντιλαμβάνονται το κατά Ιωάννη 3.16 καλύτερα, πληρέστερα από τους ιεραποστόλους που τους εδίδαξαν τη Βίβλο. Να απαιτήσουμε από αυτούς να απαρνηθούν αυτήν τη διάσταση χάριν της πνευματικότητός τους δεν είναι μόνο ανέντιμον και άδικο, αλλά είναι μια διαστροφή του χριστιανικού μηνύματος. Φτωχαίνει και τους ίδιους και την Εκκλησία, γιατί είναι ανάγκη να φέρνουμε στη μνήμη της Εκκλησίας την κοσμική διάσταση της χριστιανικής πίστης.
Η Εκκλησία της αποστολικής εποχής ήταν κοινοτική. Οι γηγενείς πληθυσμοί απέδιδαν κατά παράδοση μεγάλη σημασία στη συμβίωση σε κοινότητες όπου τα μέλη της φυλής μπορούσαν να συνάπτουν μεταξύ τους σχέσεις κανονικά, αρμονικά. Έζησαν μαζί για χιλιάδες χρόνια με μια οικολογικά ευαίσθητη ισορροπία με τη φύση και με τη φυλή τους. Το χαρακτηριστικό λοφίο της φυλής τους. Όπως το οικόσημο στη μεσαιωνική Ευρώπη, είναι αναγνωριστικό γνώρισμα κάθε οικογένειας ή φυλής μέσα στο ευρύτερο σώμα. Τα λοφία έχουν την προέλευση τους από τον τρόπο με τον οποίο οι πρόγονοί τους είχαν αντιμετωπίσει διάφορα ζώα ή δυνάμεις της φύσεως.
Η εκδήλωση σεβασμού προς αυτά, η απόδοση τιμής προς αυτά σαν να ήταν ιερά, σαν να ήταν εκδηλώσεις μιας πνευματικής πραγματικότητας, δεν είναι ειδωλολατρία. Εκδηλώνουμε σεβασμό προς ένα σωρό πράγματα που δεν είναι ο Θεός, και αυτό είναι πρέπον. Σεβόμαστε τη σημαία. Προσέχουμε ιδιαίτερα τα οικογενειακά κειμήλια. Εκτιμούμε σαν θησαυρούς παλαιές φωτογραφίες συγγενών και φίλων που έφυγαν από τη ζωή. Η εκδήλωση σεβασμού προς αυτούς δεν τους εξυψώνει στο επίπεδο της θεότητας. Δεν τους καθιστά εκείνους θεούς και εμάς ειδωλολάτρες. Ο σεβασμός και η λατρεία δεν είναι το ίδιο και δεν πρέπει να συγχέονται ποτέ. Οι γηγενείς Αμερικανοί ξέρουν πως να σέβεται ο ένας τον άλλο και πως να συμβιώνουν αρμονικότερα από τους περισσότερους λαούς άλλων πολιτισμών. Αυτό πρέπει να επιβεβαιώνεται και να ενθαρρύνεται, όχι να καταδιώκεται και να υφίσταται επιθέσεις. Ο σύγχρονος κόσμος χρειάζεται περισσότερη, όχι λιγότερη εκδήλωση αυτού του είδους τιμής και σεβασμού.
Έτσι, αν θεωρείτε ότι δεν υπάρχει Θεός, ο Θεός σας μπορεί να είναι πολύ μικρός. Εάν η ιδέα σας για το Θεό βασίστηκε στις εμπειρίες σας με τη φύση, ίσως ο Θεός σας είναι πολύ μικρός. Εάν η αντίληψή σας για τον Χριστό διαμορφώθηκε μόνο με βάση τον Θεό του Ισραήλ, ο Θεός σας μπορεί να είναι πολύ μικρός. Εάν νομίζετε ότι οι γηγενείς Αμερικανοί είναι ακόμη -ειδωλολάτρες-, επειδή διατηρούν την παλαιά τους γλώσσα, τέχνη και έθιμα, ο Θεός σας μπορεί να είναι πολύ μικρός. Ο αληθινός και ζωντανός Θεός πρέπει να είναι αρκετά μεγάλος ώστε να ευλογεί, εξαγιάζει και αγαπά κάθε τι που είναι καλό, αληθινό, όμορφο, τίμιο και καθαρό -οπουδήποτε και αν βρίσκεται- και να τέρπεται με αυτό. Δεν θα έπρεπε και εμείς να κάνουμε το ίδιο;








































Πολύ όμορφη ανάρτηση εγκόλπιο… πολύ!
να είσαι καλά που μου τα έστειλες!
[...] Μήπως ο Θεός σας είναι πολύ μικρός; [...]
Καλημέρα από το Διδυμότειχο!