Όταν πέθανε ο πατέρας του ο Πορφύρης ήτανε δώδεκα χρονώ. Είδε που φέρανε από το χωράφι τo ξυλιασμένο κορμί, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα. Μαζεύτηκε το χωριό, είπανε πως τον χτύπησε το μουλάρι στα νεφρά.
Η μάνα του Πορφύρη είχε οχτώ παιδιά. Έκλαψε τον σκοτωμένο μέρες και νύχτες— όσο μπορούν να κλάψουν δυό μάτια ανθρώπινα. Ύστερα ήρθε ο παπάς στο σπίτι, να κουβεντιάσουν με τη μάνα για τα παιδιά. Είπανε, να κρατήσει η χήρα τα μισά, τ’ άλλα μισά να βρουν αλλού ψωμί.
Ο παπάς έστειλε τα δυό μεγάλα αγόρια στη χώρα, στη δούλεψη του Δεσπότη. Ίσως αργότερα να πήγαιναν και στο σχολειό. Τη μικρή αδερφούλα, τη Λενίτσα, ένα σγουρόμαλλο αγριμάκι, το πήρε η αδερφή του μακαρίτη, στο διπλανό χωριό. Και για τον Πορφύρη, αποφάσισαν να πάει λίγα χρόνια στο Όρος, στον αδερφό της μάνας, τον καλόγερο κι αργότερα αν θέλει να γίνει παπάς.
Έτσι ξεκίνησε ο Πορφύρης για το Όρος. Η μάνα ετοίμασε ένα μπογαλάκι ρούχα και λίγο παξιμάδι για το δρόμο. Φίλησε τον Πορφύρη κι ο Πορφύρης έκλαι
γε. Έκλαιγε κι η μάνα, γιατί αυτός ο γιος ήταν ο πιο αγαπημένος. Ύστερα ο παπάς τον πήγε στην Αρναία—δεν ήταν μακριά. Βρήκε μια συντροφιά προσκυνητές και τους παράδωσε τον Πορφύρη.
Ο δρόμος για το Όρος πήγαινε τότε από την ξηρά κι ήταν λιθόστρωτος, από την Ιερισσό στη Λαύρα. Ο Πορφύρης χάζευε τα δάση, τη θάλασσα κι’ όταν έφτασαν στο Όρος θαύμαζε τα μεγάλα μοναστήρια και τις εκκλησιές.
Αλλά ο θειος του, ο καλόγερος, δεν ήταν σε μοναστήρι, ήταν από τους αυστηρούς και ζούσε στην έρημο. Όταν κάποτε έφτασε ο Πορφύρης ως εκεί, είδε ένα δίπατο καλύβι, χτισμένο άκρη στο βράχο. Μπροστά γκρεμός, στο πλάι γκρεμός, μόνο στο πίσω μέρος είχε μονοπάτι. Ο γέροντας τον έστησε μπροστά του, τον κοίταξε ίσα στα μάτια, είπε πως μοιάζει του πατέρα του. Είδε και το παιδί τον γέροντα, που έμοιαζε της μάνας έτσι ψηλός, με ρουφηγμένο πρόσωπο και μεγάλη γενειάδα. Ήταν κι ένας διάκος, υποταχτικός, στο καλύβι. Στρώσανε στον Πορφύρη για να κοιμηθεί, μια κουρελού για στρώμα και δυό κουβέρτες για σκέπασμα. Ήρθε η νύχτα και το παιδί φοβότανε, τόση ερημιά στον τόπο και τόσο σκοτάδι. Έπιασε να κλαίει κρυφά, μέχρι που αποκοιμήθηκε.
Έτσι ο Πορφύρης μπήκε στη ζωή των καλόγερων. Του φόρεσαν ένα ρασάκι κι ένα σκούφο. Έμεινε ακούρευτος κι όταν τρίχωσε το πρόσωπό του άρχισε να φτιάχνει γένι. Έμαθε όλες τις δουλειές και τις έκανε πρόθυμα. Άναβε τη φωτιά, ψευτομαγέρευε, έφερνε νερό, μάζευε και το βρόχινο.
Στο καλύβι του γέροντα δεν κοιμόντουσαν τη νύχτα. Όταν σκοτείνιαζε, ο καθένας στο κελλί του έλεγε την ευχή του Ιησού. μετρώντας τους κόμπους στο κομποσκοίνι. Ο γέροντας δίδαξε και το παιδί να λέει την ευχή. Τέσσερις ώρες από τη δύση του ήλιου, διάβαζαν τα γράμματα. Τέλειωναν με την πρώτη αυγή. Ύστερα αναπαύονταν λίγες ώρες. Τη μέρα πελέκαγαν μικρούς ξύλινους σταυρούς και φρόντιζαν δυό μέτρα περιβολάκι με κουκιά και δυό μυγδαλιές. Μαγέρευαν κουκιά, ρεβύθια και στις γιορτές κανένα ψάρι από τη θάλασσα.
Τα χρόνια περνούσαν κι ο Πορφύρης δεν έδειξε ποτέ κόπο ή αντίρρηση. —Έλα εδώ Πορφύρη! —Ευλογείτε γέροντα. —Τρέξε εκεί Πορφύρη ! —Ευλογείτε γέροντα. Το πρόσωπό του στέγνωσε και σοβάρεψε, σα να μην ήταν πρόσωπο παιδιού. Οι αναμνήσεις απόμεναν μέσα του μάκρυνες, λίγο τη μάνα του θυμόταν, άλλη γυναίκα δεν ήξερε, αυτήν και την Κυρία Θεοτόκο, και συχνά κοιτάζοντας την εικόνα τις μπέρδευε. Άνθρωπος κοσμικός δεν έφτασε ποτέ στο καλύβι, ούτε ξυλοκόπος, μόνο τους καλόγερους έβλεπε στο πέρα κονάκι, όταν πήγαινε τους σταυρούς κι έπαιρνε τρόφιμα.
Έτσι έγινε είκοσι χρονώ ο Πορφύρης κι ο γέροντας είπε πως είναι καιρός να πάρει τη δωρεά του μεγάλου και αγγελικού σχήματος. Τον κάνανε λοιπόν μοναχό, μεγαλόσχημο. Του άλλαξαν το όνομα, τον είπανε Νήφωνα. Ο Πορφύρης απόμεινε μέσα στις αναμνήσεις μαζί με τη μορφή της μάνας και το κορμί του πατέρα τυλιγμένο στην κουβέρτα. Άλλο τίποτα δεν άλλαξε στη ζωή του, μόνο που φόρεσε τα σημάδια του μεγαλόσχημου I(ησούς, Χ(ριστός) ΝΙ(κά), στη μέση ένας σταυρός πάνω στο κρανίο του Αδάμ. Τ(ούτο) Σ(ημείον) Φ(οβερόν) Δ(αίμοσι).
Στην άκρη του βράχου οι μέρες κι οι νύχτες κυλούσαν καθώς το βρόχινο νερό. Ο γέροντας κατάπεσε, σέρνονταν το βήμα του κι η φωνή αδυνάτισε. Τότε ήταν που έφτασε στο καλύβι ο πρώτος άνθρωπος από τον κόσμο, ένας αρχιμανδρίτης, πρωτοσύγκελλος, με σιδερωμένο ράσο κι άσπρα μανικέτια. Τον κέρασαν σύκα και ρακί. Έμεινε μαζί τους και στην αγρυπνία. Το πρωί ξεμονάχιασε το Νήφωνα, ρωτούσε τα χρόνια του και τα γράμματα που ξέρει. —Να τον πάρω στην πόλη; είπε στο γέροντα. Θα πάει στη Σχολή να βγει κληρικός. — Ο,τι πει μονάχος του, απάντησε ο γέροντας. Κι ο Νήφωνας είπε όχι, χωρίς κι ο ίδιος να ξέρη γιατί, μόνο που είπε “όχι”.
Δεν πέρασαν μέρες πολλές και κάποια νύχτα ο γέροντας άφησε στη μέση την αγρύπνια του. Ξάπλωσε στα στρωσίδια κι όταν ο ήλιος ψήλωσε το πρόσωπό του ήταν λευκό, σαν τη γενειάδα του. Δε σάλεψε. Ήρθε ο παπάς από τη σκήτη, τον δίπλωσαν στο ράσο, τον έρραψαν μέσα στο ράσο, και τον απόθεσαν στη ρίζα της μυγδαλιάς, δίπλα στο περιβολάκι. Ο Νήφωνας μάζεψε αγριολούλουδα και στόλισε το σταυρό. Έφτιαξε κι ένα καντύλι για τον τάφο με το περισσευούμενο ποτήρι του γέροντα.
Ο καινούργιος γέροντας ήτανε δύστροπος, είχε ρευματισμούς και θύμωνε, τάβαζε με το Νήφωνα. Ο Νήφωνας δεν ήταν πια παιδί, μα δε γύρισε ποτέ λέξη στο γέροντα. Πέρασαν οι δυο τους δέκα χρόνια ζωής. Στο τέλος των δέκα χρόνων ήρθε ο δεύτερος επισκέπτης στο καλύβι. Ήταν ο αδερφός του Νήφωνα, είχε γίνει στην πόλη παπάς. Ο Νήφωνας του φίλησε το χέρι κι εκείνος τον φίλησε στο μέτωπο. Ήταν παντρεμένος, είχε και τρία παιδιά. Του είπε για τη μάνα, που είχε πεθά
νει πριν πέντε χρόνια. Του είπε και για την αδερφούλα, τη μικρή μικρή, τη Βάγγω, που είχε πεθάνει με το Δάγκειο. Η Λενίτσα ήταν παντρεμένη στο χωριό, ο άλλος αδελφός βγήκε γιατρός και ζούσε στην πόλη, έμεναν κι άλλοι δυο, oι πιο μικροί, που τέλειωναν τώρα το γυμνάσιο. Ο Νήφωνας χάραξε στη μέση ένα χαρτί. Έγραψε στη μια τους ζώντες, στην άλλη τους τεθνεώτες. Έβαλε πρώτο τον γέροντα, ύστερα τον πατέρα, τη μάνα και τη μικρή Ευαγγελία. Μα και οι ζώντες ήταν στη μνήμη του τόσο μακρινοί, συχνά δε μπορούσε να τους ξεχωρίσει μεσ’ στη σκέψη του.
Ύστερα κι απ’ αυτά ο Νήφωνας πήρε ευχή από το γέροντα να φύγει για τα Καρούλια. Είχε πεθάνει ένας ρώσος ασκητής κι ο Νήφωνας πήρε το κελλάκι του. Ήταν χτισμένο καταμεσής στον κατακόρυφο βράχο, στο κοίλωμα μιας σπηλιάς. Εκεί έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του ο Νήφωνας. Κατέβαινε το βράχο κρατημένος από την αλυσίδα, πατώντας σ’ ασήμαντες προεξοχές της πέτρας, πάνω απ’ τη θάλασσα. Το κελλί είχε μια πορτούλα στο πλάγι, μπροστά ένα παραθύρι, το άνοιγες κι έχασκε από κάτω το χάος του γκρεμού. Το χειμώνα η θάλασσα βόγκαγε σαν πληγωμένο θεριό. Από δω και πέρα τα χρόνια δε μετριούνται. Ο Νήφωνας ήταν λευκός, κατάλευκος κι ολοένα περσότερο κυρτωμένος. Οι νύχτες κυλούσαν άγρυπνες κι οι μέρες κουραστικές. Τώρα σκάλιζε λιγώτερους σταυρούς, έτρωγε λιγώτερο παξιμάδι και τα κουκιά δεν τάβραζε στη φωτιά, μόνο που τα μούσκευε για να ξεφλουδίζουν. Μάζευε τη βροχή με το λούκι σ’ ένα πιθάρι και το νερό ευώδιαζε σαν αγιασμός. Το πρόσωπο του γέροντα ήταν ήρεμο κι ένοιωθε χαρούμενος, όσο ποτέ άλλοτε δεν είχε νοιώσει στη ζωή. Την Κυριακή σκαρφάλωνε στο βράχο, ν’ ανέβει στα Κατουνάκια να λειτουργηθεί, να κοινωνήσει. Τις άλλες μέρες διάβαζε μόνος του τα γράμματα, όπως πάντα. Έλεγε και την ευχή, ασταμάτητα. Τα καράβια περνούσαν αλάργα, μα δεν ήξερε να φανταστεί τον κόσμο και τους ανθρώπους, μόνο που έκανε το σημείο του σταυρού στα καράβια που περνούσαν, νάχουν ταξίδι καλό.
Είχε ακόμα κι εκείνο το χαρτί με τους ζώντες και τους τεθνεώτες καρφωμένο κάτω από τις εικόνες του. Μόνο που τώρα δε μπορούσε να ξέρη πια πόσοι από τους αγαπημένους ζουν και πόσοι έφυγαν. Γι’ αυτόν ήτανε όλοι ζωντανοί και τους μνημόνευε στους ζώντες. Ακόμα και τον πατέρα του που τον είδε τυλιγμένο στην κουβέρτα, ακόμα και το γέροντα, που τον έθαψε με τα χέρια του.
Ο Νήφωνας έφυγε τη Λαμπρή.
Είχε ανεβεί στα Κατουνάκια να λειτουργηθεί. Έστησε τη λαμπάδα του αναμμένη στο στασίδι, προχώρησε στο άγιο Βήμα και κοινώνησε. Ύστερα γύρισε στο στασίδι, σταύρωσε τα χέρια κι έγειρε το κεφάλι. Μερικοί είπαν πως τον είδαν να χαμογελάει. Η λαμπάδα έκαιγε δίπλα του. Οι μοναχοί τον σήκωσαν, τον έρραψαν στο ράσο του και τον κατέβασαν στα Καρούλια. Λίγα μέτρα από το κελλί του, σ’ ένα μικρό κοίλωμα του βράχου, έσκαψαν και τον απόθεσαν ν’ αναπαυτεί. Τον έβαλαν έτσι, σα να κοιτάζει το πέλαγο. Στο βράχο είχαν φυτρώσει αγριολούλουδα. Βρήκαν μεσ’ στο κελλί του και το σταυρό έτοιμο. Τον είχε φτιάξει ο ίδιος «Νήφων μοναχός» έγραφε. Είχε χαράξει μόνος του τ’ όνομά του στα δίπτυχα των ζώντων.
ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΣΥΝΟΡΟ (Καλοκαίρι 1964, τεύχος 30)







































Άντε τώρα να πείσεις τον κόσμο που ισχυρίζεται πώς οι μοναχοί ζούν εκτός πραγματικότητας(!), ότι είναι αυτός ο ίδιος ο κόσμος που ζει εκτός πραγματικότητας,αλήθειας και ζωής.
Ωραία ανάρτηση egolpio. Την είχα δει και στου “Γιανναρά”.
Ναι πάτερ μου. Πριν λίγο γύρισα από το μοναστήρι του γ.Πορφυρίου. Ο μοναχισμός είναι η ίδια η Κοινωνία! και μιας και του Γιανναρά έκλεισε είπα να μεταφερθεί και εδώ.
ΥΓ: Τα σχόλια για το θέμα της Ημερίδος, έχουν κλείσει. Οι αδελφοί ας μη στέλνουν πλέον…
Καλησπέρα σας.
Για ποιο λόγο έκλεισε του γιανναρά?? Γνωρίζετε?
Αλλά θα μου πείτε και όσο υπήρχε οικοδομούνταν κανείς πνευματικά και μάλιστα ορθοδόξως; Όσο μπορώ να καταλάβω, νομίζω πως όχι.
Άρα μπορούμε να πούμε:
«Εάν μη Κύριος οικοδομήσει οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες».
Ας προσέξουμε κι εμείς τους ‘οίκους’ μας. Φοβερό το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος.
Εύχεσθε!
Καληνύχτα σας.
B. @
“Αλλά θα μου πείτε και όσο υπήρχε οικοδομούνταν κανείς πνευματικά και μάλιστα ορθοδόξως; Όσο μπορώ να καταλάβω, νομίζω πως όχι.”
Τι εννοείς ; Δεν σε καταλαβαίνω;;
Με τον Γιανναρά έχεις το πρόβλημα ή με το σύνορο;
Όταν κάποιοι κοπιάζανε την δεκαετία του 60… κάποιοι άλλοι δεν είχαν ακόμα γεννηθεί ή δεν είχαν απογαλακτιστεί ακόμα!
@tnt
Εσείς με ποιο από τα δύο θα είχατε πρβλμ?
Αν έχω ενστάσεις για τα του κ. Γιανναρά(αλήθεια ο κ. Γιανναράς απολαμβάνει ακόμη ‘τιμές’ από την ορθόδοξη Εκκλησία? ως γνήσιο τέκνο της? Έχω χρόνια να τον παρακολουθήσω. Μετά από καιρό τον ξαναδιαβάζω το τελευταίο 6μηνο και αυτόν και τα σχόλιa στο ομώνυμο μπλογκ )
ή αν έχω ενστάσεις για την ποιότητα της κουβέντας που γινόταν στο giannaras.wordpress.com τον τελευταίο καιρό??
Το θέμα είναι να φτάσουμε στον ‘επιστάτη’ για να πάρουμε μισθό! Τι κι αν ήμουν στη ‘δουλειά’ από την πρώτη ώρα και ‘μου πάρει’ το μισθό αυτός που ήρθε την 11η! Και πώς χάνουμε το μισθό?? Αν δεν αφήσουμε τα ‘δικά’ μας ωστε ανεμπόδιστα να Κύριος να κάνει το έργο Του.
Και ποια είναι τα ‘δικά’ μας??
Ας πάρουμε παράδειγμα από αυτό το μπλογκ, το συμπαθητικό εγκόλπιον…
Είναι ορθό εκ μέρους του να ποιεί ‘αποσυνάγωγο’ (αποκλεισμένο από το να σχολιάζει) τον ΑΣΚ χωρίς 2η κουβέντα σα να ήταν ο χειρότερος αιρετικός και υβριστής και εντελώς ανορθόδοξος?? Κι όμως το κάνει!! Το γιατί το ξέρει αυτός.
Όπως σας είπα: Αν ο Κύριος δεν οικοδομήσει οίκον…. τζάμπα προσπαθούν οι οικοδομούντες! Και ποια πνευματική ωφέλεια αποκόμισαν οι θεωρούντες τα τεκταινόμενα στο ποστ της ημερίδας??? Ότι όποιος έχει ‘άλλο πνεύμα’ από αυτό που έχουμε εμείς ‘ταπώνεται’. Είναι αυτό ορθό?? Αυτά είπανε οι γεροντάδες που αναφέρατε? Αυτό είναι το πνεύμα τους?
Αν δε μπορείτε να υποστηρίξετε λεβέντικα τα πιστεύω σας τότε πρέπει να αρχίσετε να σκέφτεστε σοβαρά κάποια πράγματα. Μπορεί να μη έχει ανάγκη από εμάς η Ορθοδοξία, όπως είπατε, αλλά τουλάχιστον εμείς δε επηρεάζουμε τόσο κόσμο όσο εσείς και νομίζω μια δική μας στραβοτιμονιά δεν θα έχει και τόσο άσχημα αποτελέσματα! Μια δική σας στραβοτιμονιά όμως ??… Ορθότερο είναι, λοιπόν, να ανεβάζετε άρθρα για την Ορθοδοξία μας αλλά να μη σχολιάζετε και χαλάτε όλη αυτή την ωραία εικόνα που δημιουργήσατε! Αν θέλετε να σχολιάζετε να σκέφτεστε περισσότερο αυτά που λέτε κι αυτά που κάνετε…Γιατί πάντα πρέπει να σκεφτόμαστε: ‘Μήπως δε τα πήρα σωστά τα πράγματα??’
Και εκείνα του Αγίου Νεκταρίου που ανεβάσατε μήπως τελικά γυρνούν πάνω σας? Κανείς από την ‘άλλη’ πλευρά δε σας κατηγόρησε ως πλανεμένους κτλ εσείς όμως ??
Κανείς από την ‘άλλη’ πλευρά δεν ‘ύψωσε’ φωνή κτλ εσείς όμως ??
«Αγάπη κι όχι κεραυνούς στους πλανεμένους» υποστηρίζετε κι όμως όλο αστροπελέκια ήσασταν…
Αυτά τα ολίγα γιατί στ’αλήθεια σοκαρίστηκα από κάποιες συμπεριφορές!
Όταν ψάχνεις στο νετ να βρεις ‘κάτι’ και νομίζεις κάποια στιγμή πως βρήκες ‘κάτι’ ε! τότε κάνεις και καμιά δοκιμή για να δεις αν αυτό το ‘κάτι’ είναι σωστά φτιαγμένο…
Αγαπητέ, αντέχετε στις δοκιμές??
Σταματάω εδώ για να μη μου καταλογίσετε και υπερβάλλοντα ζήλο και μάλιστα ου κατ’επίγνωσιν.. Αλλά ένοιωσα ότι στο πρόσωπο του ΑΣΚ θίγονται ως ανορθόδοξοι, αδίκως, κι άλλοι…
Να ζητάς από έναν ιερέα, αμαρτωλό όπως και να χει, αλλά από παιδί κοντά στην εκκλησία, ομολογία πίστης είναι ότι το χρηστότερο ας πούμε;
Να θες να επιβληθείς στην Εκκλησία σαν να είναι κάτι ανεξάρτητο και εκτός προγράμματος είναι ορθόδοξο;
Έχεις δίκιο Β., οι δικές μας στραβοτιμονιές είναι τραγικότερες. Ομολογώ πώς εχτές πικράθηκα πολύ γιατί υπερέβαλα στις εκφράσεις και ίσως χόλωσα κάποιους. Και πιο πολύ γιατί σήμερα μάλιστα λειτούργησα. Αλλά πίσω δεν παίρνω τίποτα. Είναι θέμα συνειδησιακής ταυτότητας.
Η αμαρτία πάνω μου.
@π παντελεήμων
Καλημέρα σας
Δεν αναφέρθηκα σε δικές σας στραβοτιμονιές αλλά όλη η αναφορά μου ήταν προς το εγκόλπιον και τους διαχειριστές τούτου του μπλογκ… εκτός κι αν είστε και εσείς διαχειριστής αυτού.
Ναι, η υπερβολή και η χολή είναι σημαντικό θέμα αλλά… εσείς τα γνωρίζετε καλύτερα!
@ Β
Αυτά τα ολίγα γιατί στ’αλήθεια σοκαρίστηκα από κάποιες συμπεριφορές!
Όταν ψάχνεις στο νετ να βρεις ‘κάτι’ και νομίζεις κάποια στιγμή πως βρήκες ‘κάτι’ ε! τότε κάνεις και καμιά δοκιμή για να δεις αν αυτό το ‘κάτι’ είναι σωστά φτιαγμένο…
Αγαπητέ, αντέχετε στις δοκιμές??
———————————————————->
@ Β
Και εκείνα του Αγίου Νεκταρίου που ανεβάσατε μήπως τελικά γυρνούν πάνω σας?
—————————————————>
@ Β
Όπως σας είπα: Αν ο Κύριος δεν οικοδομήσει οίκον…. τζάμπα προσπαθούν οι οικοδομούντες! Και ποια πνευματική ωφέλεια αποκόμισαν οι θεωρούντες τα τεκταινόμενα στο ποστ της ημερίδας??? Ότι όποιος έχει ‘άλλο πνεύμα’ από αυτό που έχουμε εμείς ‘ταπώνεται’. Είναι αυτό ορθό?? Αυτά είπανε οι γεροντάδες που αναφέρατε? Αυτό είναι το πνεύμα τους?
—————————————————>
@ Β
Ας πάρουμε παράδειγμα από αυτό το μπλογκ, το συμπαθητικό εγκόλπιον…
Είναι ορθό εκ μέρους του να ποιεί ‘αποσυνάγωγο’ (αποκλεισμένο από το να σχολιάζει) τον ΑΣΚ χωρίς 2η κουβέντα σα να ήταν ο χειρότερος αιρετικός και υβριστής και εντελώς ανορθόδοξος?? Κι όμως το κάνει!!
————————————————–>
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Σχόλιο: Άρχισαν να σας αντιλαμβάνονται και οι “δικοί” σας! Γιατί πράγματι πολύ υποκρισία…
Β @
“Το θέμα είναι να φτάσουμε στον ‘επιστάτη’ για να πάρουμε μισθό! Τι κι αν ήμουν στη ‘δουλειά’ από την πρώτη ώρα και ‘μου πάρει’ το μισθό αυτός που ήρθε την 11η! Και πώς χάνουμε το μισθό?? Αν δεν αφήσουμε τα ‘δικά’ μας ώστε ανεμπόδιστα να Κύριος να κάνει το έργο Του.”
Δεν με ενδιαφέρουν οι μισθαποδοσίες, ούτε βλέπω τον Χριστό σαν επιστάτη. Το πώς ο Κύριος θα κάνει το έργο του και με ποιούς… δεν το γνωρίζω.
Μπορεί να χρησιμοποιούνται εικονολογικές εκφράσεις στην Κ.Δ. αλλά δεν μπορούμε να τις χρησιμοποιούμε με απολυτότητα… ειδικά όταν πρόκειται για την Αγία Τριάδα.
Τι θέλω να πω : πράγματι ο Χριστός εργάζεται γιατί και ο Πατέρας του εργάζεται αδιάκοπα. Αλλά όχι ως στράτευση σε κάτι!
Καμία στράτευση δεν είναι ορθόδοξη… αντίθετα τέτοιου είδους στρατεύσεις, οι ομαδούλες των πεντηκοστιανών τις χρησιμοποιούν συχνά στα κηρύγματα τους. Η αντίληψη της μικροομάδας είναι που δημιουργεί στρατιωτάκια.
Όσο για τον Γιανναρά και το Σύνορο… τα έγραψα παραπάνω.
Για το blog περί Γιανναρά; Αυτός που το δημιούργησε θα είχε και τους λόγους του για να το “τελειώσει”.
@tnt
Καλησπέρα σας
Δεν έχω ιδέα για ποιο Σύνορο μου μιλάτε. Στην αρχή νόμισα εννοείτε το blog περί Γιανναρά
Από εμένα τον ταλαίπωρο ζητάτε να ‘προσέχω’ λέξεις όπως μισθός, μισθωτός … πείτε ότι είμαι στο ‘επίπεδο’ όπου «…ὅταν τις φυλάττῃ τὰς δεσποτικὰς ἐντολὰς
διὰ τὸν μισθὸν τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὡσὰν μισθωτός· …» όπως ωραία λέει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος και μακάρι κι έτσι να τύχω της Βασιλείας των Ουρανών.
Για τις ομάδες και τις ομαδούλες και τα στρατιωτάκια δεν σας κατάλαβα… σας φαίνομαι ωσάν στρατιωτάκι????
Ορθότερο είναι, λοιπόν, να ανεβάζετε άρθρα για την Ορθοδοξία μας αλλά να μη σχολιάζετε και χαλάτε όλη αυτή την ωραία εικόνα που δημιουργήσατε! Αν θέλετε να σχολιάζετε να σκέφτεστε περισσότερο αυτά που λέτε κι αυτά που κάνετε…
————————————————————————
Πολύ ωραίο αδελφέ. Ευλόγησον!
@Υπάρχει & Θεός
Από τις 5 παραγράφους του σχολίου σας οι τέσσερεις είναι δικά μου σχόλια! Με ξέρετε κι από χτες και το κάνετε αυτό??!
Ή στερέψατε και δεν βρίσκετε κάτι δικό σας?? Να μη ξαναγίνει!
@εγκολπιον
Αφελφέ δεν είμαι ιερέας να σας ευλογήσω! Ο Κύριος να μας ευλογήσει όλους ωστε να κάνουμε το Θέλημα Του γιατί υπάρχουν λύκοι πολλοί, λύκοι πραγματικοί…οι αιρετικοί… αυτοί που σίγουρα είναι πλανεμένοι…
Να με συγχωρέσετε για τυχόν λάθη μου!
@ B
Από τις 5 παραγράφους του σχολίου σας οι τέσσερεις είναι δικά μου σχόλια! Με ξέρετε κι από χτες και το κάνετε αυτό??!
Ή στερέψατε και δεν βρίσκετε κάτι δικό σας?? Να μη ξαναγίνει!
Και στις 4 παραγράφους είπα ότι είναι σχόλια σας. Με ξέρετε και από χθες; Δες σας ξέρω ούτε και σήμερα και τι με αυτό; Τα σχόλια σας τόνιζα. Αν μετανοήσατε για τα σχόλια σας δικό σας πρόβλημα. Να μην ξαναγίνει; Είστε με τα καλά σας; Δεν δημοσίευσα τα λεγόμενά σας σε άλλο ιστολόγιο αλλά λίγο ποιο κάτω από τα όσα είπατε… Τα αναδημοσίευσα διότι συμφώνησα. Άντε κάντε μου μύνηση τώρα…. αλλά το επαναλαμβάνω… ΥΠΑΡΧΕΙ & ΘΕΟΣ και βλέπει!
ΣΥΓΝΩΜΗ ΑΛΛΑ ΣΤΑ ΕΛΕΓΑ! ΘΥΜΑΣΑΙ ;
https://www.blogger.com/comment.g?blogID=4170710744433168987&postID=4618028013808593147
ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΕΔΩ https://www.blogger.com/comment.g?blogID=4170710744433168987&postID=1873698853956869996
ΤΟ ΕΧΕΙ ΣΥΣΤΗΜΑ ΟΠΩΣ ΒΛΕΠΕΙΣ. ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΠΑΕΙ ΜΕ ΓΛΥΚΟΛΟΓΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΡΧΙΖΕΙ ΤΑ ΨΥΧΟΠΑΘΗΤΙΚΑ ΤΟΥ.
no comments!
Θέλω να παρακαλέσω όλους τους εμπλεκόμενους να μην τα βαζουν με το egolpio. Το ιστολόγιο του είναι έργο αναφοράς που δεν έχει εκτιμηθεί ακόμα όσο θα έπρεπε. Οι απόψεις και η συμπεριφορά μου βαραίνουν και αφορούν μόνον εμένα, ως κληρικός,χριστιανός ορθόδοξος και άντρας έχω την ευθύνη των λόγων μου και είμαι μάλιστα χαρούμενος γι’αυτό.
Τελικά,το πρόβλημα σας είναι τα καλούπια. Δεν θέλετε κάποιος να ξεφύγει απ’αυτά γιατί τρομάζετε να τον ακολουθήσετε έστω και με την ματιά σας. Σας μπλοκάρει μια τυχούσα “περίεργη” συμπεριφορά. Αποσυντονίζεστε. Ο κόσμος όμως δεν είναι χωρισμένος σε ζηλωτικούς και μοντέρνους. Υπάρχει και κάτι άλλο. Η συμβουλή μου είναι να κάνετε σχέση φιλική και με κανέναν κοσμικό και να μελετήσετε πώς σκέφτετε, τί θέλει και τί περιμένει από τον Κύριο και την Εκκλησία. Ανοίξτε τα μυαλά για να ανοίξουν και οι καρδιές σας. Δεν είναι η πίστη φιλολογία.
Θεολογήστε στο πεζοδρόμιο. Ξεκολλάτε.