Η πορεία προς το μαρτύριον του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’

24 03 2009

grigorios5th1Η ατέλειωτη μέρα έπαιρνε σιγά-σιγά τα μάτια της πάνω από την Πόλη. Η προετοιμασία του δειλινού είχε αρχίσει. Η ώρα του Λυχνικού! Μια νευρικότητα, μια αδημονία, ένα άγχος, είχε κυριέψει στρατιώτες και αξιωματικούς. Κι αυτός ο όχλος είχε πια αποκάμει να ξεφωνίζει κι έμνησκε σιωπηλός αναμένοντας να τελειώσει το θέαμα. Όταν φάνηκε ένας νεαρός αξιωματικός. Κάτι είπε κι όλοι έτρεξαν προς το μέρος του. Το ξύπνημα απ το λήθαργο της αναμονής πέρασε και στον όχλο, που άρχισε με μιας τους αλαλαγμούς.

Ο κεσεδάρης πλησίασε κοντά και τον άρπαξε με μίσος από το ράσο. Η όψη του πέρασε γρήγορα από την ηρεμία στην αγριάδα.
Ήρθε η ώρα σου, γκιαούρ, του είπε.
Με σπρωξιές και βρωμόλογα τον έφερε στη μεσαία πόρτα ακριβώς κάτω από την αγχόνη. Τον άφησε εκεί και στάθηκε πιο πέρα. Ήταν η σειρά του γενιτσάραγα να μπει στη σκηνή. Με επίσημο ύφος άρχισε να διαβάζει την καταδικαστική απόφαση του Σουλτάνου:
grhgorios«Ο άπιστος Έλλην Πατριάρχης δεν ηδυνήθη να συμμεθέξη νυν εις τας στάσεις και την επανάστασιν του έθνους αυτού, επιχειρηθείσαν υπό διαφόρων διεφθαρμένων προσώπων, επιλαθομένων εαυτών… Ένεκα της διαφθοράς της καρδίας του αυτού ου μόνον δεν εγνωστοποίησεν, ουδ’ ετιμώρησεν τους απλούς ανθρώπους, αλλά κατά πάσαν πιθανότητα, αυτός ο ίδιος μετέσχε κρυφίως ως αρχηγός της επαναστάσεως… Επειδή δε επείσθημεν πανταχόθεν περί της προδοσίας αυτού, αναγκαίον κατέστη όπως αφαιρεθή το σώμα του από της γης, και δια τούτο απηγχονίσθη, ίνα χρησιμεύση παράδειγμα δια τους λοιπούς».

Κανείς δεν πρόσεχε. Ήταν μια τυπική διαδικασία. Ο όχλος φώναζε ξέφρενα, οι στρατιώτες κατάκοποι παρακάλεγαν να τελειώσουν, να γυρίσουν πίσω στους στρατώνες, οι δήμιοι αδημονούσαν για την τελική πράξη κι ο Γρηγόριος συνέχιζε ν’ αδιαφορεί για τα γινόμενα. Μόνος ανάμεσα σε τόσον κόσμο, κλεισμένος στις σκέψεις και τις προσευχές του, έμοιαζε μ’ απλό παρατηρητή στο δικό του δράμα. Για μια στιγμή, γύρισε τα μάτια του στον ουρανό και μετά τα σφάλισε μη θέλοντας να δει τις τόσες αηδίες γύρω του.
Όταν τέλειωσε ο γενιτσάραγας, ακούστηκε η φωνή του μποσταντζήμπαση:
Άτιμε, προδότη, αχάριστε. Κρεμάστε τον να τελειώνουμε.

Οι στρατιώτες άρχισαν να του δένουν χέρια και πόδια καταπώς γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Όση ώρα χρειάστηκαν για τη δουλειά αυτή, μια απέραντη σιγή είχε απλωθεί στο θορυβώδες πλήθος. Κανείς δεν ακουγόταν. Όλοι παρακολουθούσαν χωρίς να βγάζουν άχνα. Οι δήμιοι ήταν έτοιμοι να τραβήξουν το σχοινί, όταν ακούστηκε μια γυναικεία φωνή απ απέναντι. Μια φωνή, που τάραξε τη σιωπή, έσκισε τον αγέρα κι ακούστηκε σ’ όλα τα γύρω ρωμαίικα σπίτια, που βουβά παρακολουθούσαν την τραγωδία:
Θεέ μου. Κρεμούν τον Πατριάρχη!
Στα παράθυρα ξεπρόβαλαν δειλά τα φοβισμένα πρόσωπα, που προσπαθούσαν να δουν τι γίνεται στη μεσαία πόρτα. Ο θρήνος, που τις μέρες αυτές είχε θρονιασθεί στις ψυχές, γίνηκε τώρα κλάμα γοερό, κοπετός και μοιρολόγι.
Ο κεσεδάρης στάθηκε απέναντί του και επιθεωρούσε αν όλα είχαν γίνει όπως έπρεπε. Μετά έγνεψε ν’ αρχίσουν. Ένας του πέρασε τη θηλειά στο λαιμό, την έσφιξε και τη δοκίμασε. Μετά τρεις χεροδύναμοι τράβηξαν απότομα την άλλη άκρη του σχοινιού. Το γέρικο σώμα πετάχτηκε απότομα ψηλά. Άρχισε να σπαρταρά, μία, δύο, τρεις φορές. Ο Πατριάρχης ήταν νεκρός.

Ένα ξέφρενο ξεφωνητό γιόμισε αμέσως την ατμόσφαιρα. Οι στρατιώτες έσυραν τα σπαθιά τα ύψωσαν θριαμβευτικά και αλάλαζαν μαζί με τον όχλο. Άλλοι πανηγυρίζοντας έρριχναν στον αέρα κουμπουριές. Τους είπαν πως αυτός είναι ο φταίχτης για το ζορμπαλίκι των ραγιάδων και δεν είχαν λόγο να μην το πιστεύσουν. Τους είπαν πως ο Αλλάχ θέλει εκδίκηση και δεν είχαν λόγο να μην το κάνουν. Μπροστά τους κρεμόταν ο ένοχος. Ο καθένας ποθούσε να πάει απ’ το δικό του χέρι. Κι αν αυτό δεν ήταν μπορετό πριν, τώρα που κρεμόταν άψυχος στη μεσαία πόρτα μπορούσαν να του ρίξουν το δικό τους ανάθεμα για να ησυχάσει κι η συνείδησή τους.
Μερικοί έμειναν μόνο στις βρισιές. Οι πιο πολύ σπρώχνονταν να ζυγώσουν, για να χτυπήσουν τον νεκρό, να του πετάξουν μια πέτρα, ν’ ασχημονήσουν. Έλεγες πως ήθελαν για δεύτερη φορά να τον σκοτώσουν. Ακόμη και κυρτωμένοι γέροντες δεν έχασαν την ευκαιρία. Ένας μάλιστα άρχισε να χτυπά με τόση μανία, βγάζοντας άναρθρες κραυγές, που έπεσε κάτω λιπόθυμος. Νόμισαν πως έπαθε αποπληξία! Λένε πως κάπου εκεί, σε μια γωνία, μέσα απ την άμαξά του, παρακολουθούσε ο ίδιος ο Βεζύρης.

Τρεις μέρες κρεμόταν ο Πατριάρχης μπρός στη μεσαία πόρτα. Την πόρτα που είχε διαβεί αναρίθμητες φορές, από νεαρό σκολιαρόπαιδο, που θαμπωμένο πρωτοείδε το Φανάρι, ίσαμε γέρος Πατριάρχης που μπαινόβγαινε ανυποψίαστος για τον προορισμό της. Τώρα το νεκρό σώμα του έμοιαζε ν’ απαγορεύει τη διέλευση, φύλακας και σεβάσμιο προσκυνητάρι της. Ήταν ένα εμπόδιο που θα την κρατούσε αιώνια κλειστή. Από κείνη τη μέρα κανείς δεν την ξαναπέρασε. Έκλεισε για όλους και για πάντα.

Την τρίτη μέρα πήγε στο Βεζύρη ο νέος Πατριάρχης Ευγένιος μαζί με το Σταυράκη Αριστάρχη. Με χίλια παρακάλια ζήτησε το σώμα του νεκρού να το θάψει. Αρνήθηκε. Παρακάλεσαν και πάλι. Τους έδιωξε.
Φύγετε από δω. Είναι προδότης και τους προδότες τους ρίχνουν στα σκυλιά.
Πήγαν στο Σουλτάνο. Ούτε που τους δέχτηκε.
Ο πολυχρονεμένος Πατισάχ δεν πρόκειται να ματαμιλήσει σε γκιαούρηδες, τους είπε ένας αξιωματικός.
Απελπισμένοι γύρισαν στο Πατριαρχείο. Συνάχθηκαν κι οι άλλοι δεσποτάδες κι έκαναν την κηδεία του με το νεκρό να κρέμεται στη μεσαία πόρτα. «Οι την οδόν την στενήν βαδίσαντες και σφαγιασθέντες ώσπερ άρνες, και προς ζωήν την αγήρω άγιοι και αΐδιον μετατεθέντες». Η ιδιότυπη κηδεία έγινε ένα θρηνητικό δοξαστικό για το μάρτυρα.
Την ίδια ώρα οι Τούρκοι κατέβαζαν το σώμα απ’ την αγχόνη. Πίσω τους περίμενε μια ομάδα Εβραίων. Μόλις τέλειωσαν, τους είπε ένας αξιωματικός.
Πάρτε το σκυλί και ρίχτε το στη θάλασσα.


Από τη σελίδα μας

διαβάστε σχετικά: Ο ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ Ε’ – ΑΦΙΕΡΩΜΑ


Ενέργειες

Πληροφορίες

Γράψτε ένα σχόλιο