Ο Λούθηρος κατάφερε να διασπάσει τη Χριστιανοσύνη σε χιλιάδες κομμάτια με αφορμή την Παπική φασιστική εξουσία και αίρεση. Κατάφερε όμως να δημιουργήσει αυτό που επιθυμούσε(;) όταν συνέπαιρνε τα πλήθη με τους καυτούς λόγους του ενάντια στο αδιάλλακτο παπικό σύστημα διακυβέρνησης; Ας δούμε μερικές χρήσιμες άγνωστες πτυχές του προτεσταντικού «μεγαλείου» μέσα από δηλώσεις του ίδιου του μακαρίτη Λούθηρου.
«Δεν παραδέχομαι ότι η θεωρία μου δύναται να κριθή από οιονδήποτε, ούτε καν από τους αγγέλους.
Εκείνος ο οποίος δεν δέχεται την θεωρία μου, δεν δύναται να σωθεί»
Η μετάβασή του προς την αδιαλλαξία ήταν ευκολότερη σε ότι αφορούσε τους Εβραίους.
Μέχρι του 1537, ο Λούθηρος υποστήριζε ότι έπρεπε να συγχωρηθούν διότι διατηρούσαν την πίστη των, «εφ’ όσον οι ανόητοι δικοί μας, οι πάπες, οι επίσκοποι, σοφιστές και μοναχοί, οι χοντροκέφαλοι αυτοί γάιδαροι, μεταχειρίσθηκαν τους Εβραίους κατά τούτο τρόπον ώστε ο κάθε χριστιανός θα προτιμούσε να ήταν Εβραίος. Πράγματι, εάν εγώ ήμουν Εβραίος και είχα δει τοιούτους ηλιθίους και ανόητους να εξηγούν τον χριστιανισμό, θα προτιμούσα να γίνω χοίρος μάλλον παρά χριστιανός…».
Όταν ο εκλέκτορας Ιωάννης έδιωξε τους Εβραίους από την Σαξονία (1537) ο Λούθηρος απέρριψε μία έκκληση των Εβραίων προς αυτόν όπως μεσολαβήσει.
Στις «Επιτραπέζιες ομιλίες» του, συνένωνε «Εβραίους και παπιστές» ως άπιστα καθάρματα… δύο περικνημίδες κατασκευασμένες από το αυτά τεμάχιο υφάσματος». Κατά τα τελευταία έτη της ζωής του καταλήφθηκε από μανία αντισημιτισμού, κατήγγειλε τους Εβραίους ως «έθνος σκληροτράχηλο, άπιστο, αλαζονικό, διεστραμμένο, απαίσιο» και απαίτησε όπως τα σχολεία και οι συναγωγές των καταστραφούν δια πυρός.
‘‘Οποιοσδήποτε μπορεί, ας πετάξει θειάφι και κατράμι έπ’ αυτών. Εάν κανείς μπορούσε να τους ρίξει το πυρ της κολάσεως, θα ήταν ακόμη καλύτερα… Και αυτό πρέπει να γίνει για την τιμήν του Κυρίου ημών και του χριστιανισμού, για να δει ο Θεός ότι είμεθα πράγματι χριστιανοί.
Ας διαλυθούν επίσης και ας καταστραφούν τα σπίτια των… Ας αφαιρεθούν από αυτούς τα βιβλία των προσευχών των και τα Ταλμούδ και όλη η Βίβλος των επίσης· ας απαγορευθεί, επί ποινή θανάτου, στους ραβίνους των να διδάσκουν εις το μέλλον.
Ας κλείσουν γι’ αυτούς οι δρόμοι των πόλεων και της υπαίθρου. Ας απαγορευθεί σε αυτούς να ασκούν τοκογλυφία και ας αφαιρεθούν από αυτούς οι θησαυροί των σε χρυσό και σε άργυρο και ας ασφαλισθούν κάπου άλλου. Και αν όλα αυτά δεν αρκούν, ας τους διώξουμε σαν λυσσασμένους σκύλους από την χώρα.”

Ήδη το 1522 είχε γίνει παπικώτερος των πάπων.
«Δεν παραδέχομαι», έγραφε, «ότι η θεωρία μου δύναται να κριθή από οιονδήποτε, ούτε καν από τους αγγέλους. Εκείνος ο οποίος δεν δέχεται την θεωρία μου, δεν δύναται να σωθεί».
Ο Λούθηρος τώρα συμφωνεί με την ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ότι «οι χριστιανοί απαιτούν βεβαιότητα, συγκεκριμένα δόγματα και ασφαλή Λόγο του Θεού, τον οποίον να εμπιστεύονται για να ζήσουν και να πεθάνουν με αυτόν».
«Όλοι οι άνθρωποι έχουν τώρα την αξίωση να κάμουν κριτική του Ευαγγελίου», παραπονιόταν· «σχεδόν ο κάθε ξεμωραμένος γέρος ή φλύαρος σοφιστής θα πρέπει, πράγματι, να γίνει διδάκτωρ της θεολογίας».
Το 1530, στο σχόλιό του επί του 82ου ψαλμού, συνέστησε στις κυβερνήσεις να θανατώνουν όλους τους αιρετικούς οι οποίοι κήρυτταν την επανάσταση ή εναντίον της ατομικής ιδιοκτησίας και «εκείνους οι οποίοι διδάσκουν εναντίον ενός σαφούς άρθρου της πίστεως… όπως είναι τα άρθρα τα οποία μαθαίνουν τα παιδιά στην κατήχηση. Όπως π.χ. εάν κανείς θα δίδασκε ότι ο Χριστός δεν ήταν Θεός αλλά απλός άνθρωπος.
Επέμενε όπως καταδικασθεί σε θάνατον ένας αιρετικός ο οποίος πίστευε ότι οι ειδωλολάτρες μπορούσαν να σωθούν και ένας άλλος ο οποίος αμφέβαλλε αν η πίστη στον Χριστό ως λυτρωτή θα μπορούσε να μεταβάλει ένα φύσει αμαρτωλό σε δίκαιο.
Ζήτησε από το κράτος να εξαναγκάσει τον λαό να προσέρχεται κανονικώς στις προτεσταντικές Ιεροτελεστίες.
Απαίτησε την απαγόρευση όλων των βιβλίων τα οποία αντιτίθονταν ή εμπόδιζαν την λουθηρανή διδασκαλία. Τοιουτοτρόπως, τα συγγράμματα του Ζβιγγλίου και των οπαδών του είχαν επισήμως καταγραφεί στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων στην Βιττεμβέργη. Ενώ ο Λούθηρος ήταν ικανοποιημένος με την εκδίωξη των ρωμαιοκαθολικών από τις περιοχές που οι λουθηρανοί ηγεμόνες διοικούσαν, ο Μελάγχθων ευνοούσε σωματικές ποινές. Και οι δύο συμφωνούσαν ότι η πολιτική εξουσία ήταν υποχρεωμένη εκ καθήκοντος να διαδίδει και να υποστηρίζει τον «νόμο του Θεού», δηλ. τον λουθηρανισμό. Εν τούτοις ο Λούθηρος συμβούλευε ότι όπου υπάρχουν δύο μερίδες σε ένα κράτος, η μειοψηφία όφ
ειλε να υποτάσσεται στην πλειοψηφία. Σε ένα χαρακτηριστικό ρωμαιοκαθολικό πριγκιπάτο, οι προτεστάντες θα έπρεπε να υποχωρήσουν και να μεταναστεύσουν. Σε μία χαρακτηριστικώς προτεσταντική επαρχία οι ρωμαιοκαθολικοί όφειλαν να ενδώσουν και να αναχωρήσουν. Αν αντιστέκονταν τότε θα έπρεπε να τιμωρηθούν αποτελεσματικά.
Ο αφορισμός, όπως η λογοκρισία, υιοθετήθηκε εκ μέρους των προτεσταντών από τους ρωμαιοκαθολικούς. Η Ομολογία του Άουγκσμπουργκ [γνωστή ως Αυγουσταία Ομολογία] του 1530 διακήρυξε το δικαίωμα της Λουθηρανής Εκκλησίας να αφορίζει πάν μέλος αυτής το οποίο θα απέρριπτε ένα βασικό λουθηρανικό δόγμα. Ο Λούθηρος εξήγησε ότι «παρ’ όλον ότι ο αφορισμός στην παποσύνη χρησιμοποιείται και υφίσταται επαίσχυντη κατάχρηση και έχει γίνει ένα απλό βασανιστήριο, εν τούτοις δεν πρέπει να τον καταργήσουμε αλλά να κάνουμε ορθή χρήση αυτού, όπως διέταξε ο Χριστός».
Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στη σελίδα μας. Αξίζει!

















Δυστυχώς ο Μαρτίνος Λούθηρος δεν ενέργησε σωστά. Άλλα έλεγε αρχικά και άλλα όταν πήρε την εξουσία. Κάτι σαν τους πολιτικούς μας… Αλλά ήταν άνθρωπος και έκανε λάθη. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι ο Λούθηρος έγινε η αιτία να μεταφραστεί η Βίβλος στην Δύση και να δοθεί σε καθέναν χωρίς έγκριση της Εκκλησιαστικής Αρχής.
Προσωπικά θεωρώ ότι ούτε οι Καθολικοί αλλά ούτε και οι Προτεστάντες είχαν άλλοθι στον τρόπο που αντιμετώπισαν τους “αιρετικούς” τους. Δεν μπορούμε να τα δικαιολογούμε όλα λόγω εποχής.
Ο Χριστός απαγόρευσε τον φόνο και είπε να αγαπάμε τους εχθρούς μας, επίσης είπε ότι δεν φθάνει να λέμε “Κύριε, Κύριε” αλλά πρέπει να κάνουμε πράξη στη ζωή μας το Άγιο θέλημά Του (Μτ.5, 6, και 7). Επίσης έδωσε το Άγιο Πνεύμα να δίνει δύναμη σε μας ώστε να μπορούμε να Τον υπακούμε.
Την ίδια εποχή που οι Καθολικοί και οι Προτεστάντες δολοφονούσαν κόσμο λόγω θρησκείας υπήρχαν ομάδες Χριστιανών (Φίλοι, Μεννονίτες, Αδελφοί, κλπ.) που κάνανε πράξη το “αγαπάτε τους εχθρούς σας”, αν αυτοί μπορούσαν, μπορούσαν και οι άλλοι.
Είθε ο Θεός να μας κρατά κοντά Του, να κάνουμε το θέλημά Του πράξη στη ζωή μας.
Ακριβως ετσι ειναι αδερφε Θεμιστοκλη…
Οι αναβαπτιστικες αδελφοτητες μεναν αμετοχες στις θρησκευτικες διαμαχες της εποχης…